Βερολίνο – Αντιμέτωπη με μια θεμελιώδη δημογραφική ανατροπή βρίσκεται η Γερμανία, καθώς τα επίσημα στοιχεία πιστοποιούν πλέον ότι διαθέτει το γηραιότερο εργατικό δυναμικό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis), η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης καλείται να διαχειριστεί μια αγορά εργασίας όπου ένας στους τέσσερις απασχολούμενους ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 55 έως 64 ετών.
Η τάση αυτή δημιουργεί νέες προκλήσεις για το οικονομικό μοντέλο της χώρας, με την κυβέρνηση του Καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς να αναζητά λύσεις για την τόνωση της παραγωγικότητας και την κάλυψη των κενών σε εργατικά χέρια.
Η παράταση του εργασιακού βίου αναδεικνύεται σε κεντρική πολιτική επιλογή, καθώς η δημογραφική γήρανση αλλάζει ριζικά τη σύνθεση του ενεργού πληθυσμού.
Τα στοιχεία της γήρανσης και η ευρωπαϊκή σύγκριση
Η ανάλυση των αριθμών από την Destatis αποκαλύπτει το μέγεθος του ζητήματος. Από το σύνολο των περίπου 41 εκατομμυρίων εργαζομένων ηλικίας 15 έως 64 ετών στη Γερμανία, σχεδόν τα 10 εκατομμύρια βρίσκονται στο ηλικιακό φάσμα των 55-64 ετών.
Το ποσοστό αυτό, που αγγίζει το 24%, είναι αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος κυμαίνεται στο 20,1%.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης των «27», η εικόνα παρουσιάζει ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις. Στον αντίποδα της Γερμανίας, χώρες όπως η Μάλτα, το Λουξεμβούργο και η Πολωνία καταγράφουν το νεαρότερο εργατικό δυναμικό.
Αντίθετα, η Ιταλία και η Βουλγαρία ακολουθούν τη Γερμανία στην κατάταξη με τους πλέον ηλικιωμένους εργαζόμενους. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Σουηδίας και της Δανίας, οι οποίες εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, με 77% και 72% αντίστοιχα.
Η Destatis επισημαίνει ότι η αύξηση της συμμετοχής των μεγαλύτερων ηλικιών στην αγορά εργασίας είναι ραγδαία. Ενώ το 2012 το ποσοστό των εργαζομένων 55-64 ετών ήταν 62%, το 2021 εκτινάχθηκε στο 75,2%.
Την ίδια περίοδο, ο ευρωπαϊκός μέσο όρος αυξήθηκε από 47% σε 60%, επιβεβαιώνοντας την τάση για ολοένα και πιο όψιμη συνταξιοδότηση.
Πολιτικές παρεμβάσεις και σενάρια για σύνταξη στα 70
Υπό το βάρος της δημογραφικής πίεσης και της έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού, η κυβέρνηση Μερτς προωθεί ενεργά την παραμονή των ηλικιωμένων στην εργασία.
Ήδη από το φθινόπωρο, υιοθετήθηκαν φορολογικά κίνητρα που προβλέπουν ελαφρύνσεις για τους μισθούς όσων επιλέγουν να εργάζονται πέραν της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης.
Σήμερα, η μέση ηλικία αποχώρησης από την εργασία στη Γερμανία είναι τα 64 έτη και 8 μήνες, με το νομοθετικό πλαίσιο να προβλέπει σταδιακή αύξηση του ορίου στα 67 έτη έως το 2029.
Ωστόσο, στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) υπάρχει έντονη κινητικότητα από τη φιλελεύθερη πτέρυγα, η οποία πιέζει για περαιτέρω αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη.
Παράλληλα, τίθεται θέμα κατάργησης των ευνοϊκών ρυθμίσεων που επιτρέπουν την πρόωρη συνταξιοδότηση στα 63, μια πρόταση που συναντά την σθεναρή αντίδραση των συνδικάτων και της αντιπολίτευσης.
Οι σχετικές εισηγήσεις εξετάζονται από ανεξάρτητη επιτροπή για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος, τα συμπεράσματα της οποίας αναμένονται εντός του έτους.
Μείωση πληθυσμού και δυσοίωνες προβλέψεις
Η δημογραφική συρρίκνωση αποτυπώνεται πλέον και στα απόλυτα μεγέθη του πληθυσμού. Η Destatis κατέγραψε για το 2025 μείωση του πληθυσμού της Γερμανίας κατά περίπου 100.000 κατοίκους.
Πρόκειται για την πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια –με εξαίρεση το πανδημικό έτος 2020– που ο αριθμός των μονίμων κατοίκων μειώνεται.
Αντίστοιχη πτώση σημειώθηκε και στο σύνολο των εργαζομένων, το οποίο περιορίστηκε στα 46,04 εκατομμύρια άτομα, καταγράφοντας απώλεια 74.000 θέσεων σε σχέση με το 2024.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία στους θεσμικούς φορείς. Η Αντρέα Νάλες, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης (BA) και πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), το οποίο συνεργάζεται στην κυβέρνηση, προέβη σε μια βαρυσήμαντη εκτίμηση.
Προέβλεψε ότι την επόμενη πενταετία, η έλλειψη ειδικευμένου δυναμικού θα οξυνθεί, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η μείωση του διαθέσιμου ενεργού πληθυσμού θα αποτελέσει σημαντικότερο ζήτημα από την ανεργία».
Το δημογραφικό έλλειμμα φαίνεται να επιμένει, παρά την εισροή περίπου μισού εκατομμυρίου οικονομικών μεταναστών ετησίως και χιλιάδων κοινοτικών εργαζομένων.
