Η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη, σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος ενόψει των δημογραφικών προκλήσεων.
Την ερχόμενη εβδομάδα, η ειδική επιτροπή για την ασφάλιση γήρατος θα θέσει επί τάπητος τις προτάσεις για την περαιτέρω επέκταση του εργασιακού βίου, την ώρα που οι Γερμανοί εργαζόμενοι ήδη κατατάσσονται μεταξύ εκείνων με τα υψηλότερα όρια αποχώρησης από την αγορά εργασίας στην Ευρώπη.
Η συζήτηση αυτή αναδεικνύει το χάσμα που χωρίζει τη Γερμανία από άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία προσφέρουν στους πολίτες τους χαμηλότερα ηλικιακά όρια αποχώρησης συνδυαστικά με αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης των συντάξιμων αποδοχών.
Το ευρωπαϊκό χάσμα στα ποσοστά αναπλήρωσης και στα όρια ηλικίας
Η σύγκριση των ευρωπαϊκών δεδομένων αναδεικνύει μια ιδιάζουσα συνθήκη για τη γερμανική αγορά εργασίας.
Ενώ το νομοθετημένο όριο ηλικίας αυξάνεται σταδιακά προς τα 67 έτη με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2031, οι συνταξιούχοι στη Γερμανία λαμβάνουν μόλις το 52,9% του προηγούμενου καθαρού εισοδήματός τους. Ενδεικτικά, οι γεννηθέντες το 1960 συνταξιοδοτούνται ήδη στην ηλικία των 66 ετών και τεσσάρων μηνών.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο γερμανικός Τύπος, στη Γαλλία οι εργαζόμενοι αποχωρούν λίγο πριν τα 64 έτη, εξασφαλίζοντας ποσοστό αναπλήρωσης 60,2%.
Η Ιταλία καταγράφει ακόμη πιο ευνοϊκά ποσοστά, προσφέροντας αναπλήρωση 74,6% με ηλικιακό όριο επίσης γύρω στα 64 έτη.
Παρόμοια είναι η εικόνα στην Αυστρία, όπου το ποσοστό φτάνει το 74,1%, με το όριο ηλικίας στα 65 έτη για τους άνδρες και στα 61 για τις γυναίκες.
Στη Δανία, η αποχώρηση στα 67 έτη εξασφαλίζει ποσοστό αναπλήρωσης που αγγίζει το 80%, την ώρα που ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ κυμαίνεται στο 62,4%.
Η σταδιακή μετάβαση προς το 70ό έτος καταγράφεται επίσης σε κράτη όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Σουηδία, αν και σημαντικό ποσοστό εργαζομένων στις συγκεκριμένες χώρες επιλέγει την οδό της πρόωρης αποχώρησης.
Ο ρόλος της ειδικής επιτροπής και οι εξεταζόμενες παρεμβάσεις
Η εξεύρεση λύσεων για την επόμενη ημέρα του γερμανικού ασφαλιστικού συστήματος έχει ανατεθεί στη δεκατριμελή επιτροπή που συστάθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026 από την αρμόδια υπουργό Εργασίας, Bärbel Bas, με στόχο την εκπόνηση προτάσεων για την περίοδο μετά το 2030.
Το όργανο, το οποίο τελεί υπό την καθοδήγηση του Frank-Jürgen Weise και της καθηγήτριας Constanze Janda, απαρτίζεται από επιστήμονες που προτάθηκαν ισομερώς από τα δύο μεγάλα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού.
Κατά τις προσεχείς συνεδριάσεις, η επιτροπή αναμένεται να θέσει στο μικροσκόπιο όχι μόνο τη μετατόπιση του ηλικιακού ορίου στα 70 έτη, αλλά και τις κρατήσεις που θα επιβάλλονται σε περιπτώσεις πρόωρης συνταξιοδότησης.
Παράλληλα, αξιολογείται η εφαρμογή ενός συστήματος ενισχυμένων οικονομικών κινήτρων για όσους επιλέξουν να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας μετά τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους.
Ένα επιπλέον ζήτημα που απασχολεί τα μέλη είναι η υποχρεωτική ένταξη των δημοσίων υπαλλήλων και των πολιτικών προσώπων στο κρατικό σύστημα συνταξιοδότησης.
Ωστόσο, επισημαίνεται τεχνικά ότι η προσθήκη νέων ασφαλισμένων δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως το δημογραφικό έλλειμμα που προκαλεί η αύξηση των συνταξιούχων απέναντι στον συρρικνούμενο αριθμό των ενεργών εισφοροδοτών. Οι πρώτες επίσημες εισηγήσεις αναμένονται την προσεχή άνοιξη.
Η πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού
Η προοπτική μιας νέας αύξησης των ορίων ηλικίας προκαλεί ήδη έντονους τριγμούς στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού υπό τον καγκελάριο Friedrich Merz.
Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, Jens Spahn, υποστήριξε σθεναρά την ανάγκη παράτασης του εργασιακού βίου, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι, με το προσδόκιμο ζωής να πλησιάζει τα εκατό έτη, η οριστική αποχώρηση στα μέσα της δεκαετίας των 60 δεν θεωρείται πλέον κοινωνικά και οικονομικά βιώσιμη.
Ο ίδιος χαρακτήρισε το συνταξιοδοτικό ζήτημα καθοριστικής σημασίας για τη χώρα, υπογραμμίζοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη θα προέλθει από την αύξηση της παραγωγικότητας και τα σωστά εργασιακά κίνητρα, και όχι μέσω της απλής αναδιανομής ή της επιβολής υψηλότερης φορολογίας.
Στον αντίποδα, η πλευρά των Σοσιαλδημοκρατών απορρίπτει κατηγορηματικά αυτούς τους σχεδιασμούς.
Ο γενικός γραμματέας Tim Klüssendorf διεμήνυσε ότι οποιαδήποτε αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης ισοδυναμεί πρακτικά με περικοπή των συντάξεων, επιβεβαιώνοντας την αρνητική στάση της παράταξής του απέναντι στη σύνταξη στα 70.
Τη συγκεκριμένη θέση υποστηρίζουν και αρκετοί κοινωνικοί φορείς, οι οποίοι εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους για τις κατευθύνσεις της αρμόδιας επιτροπής, διαμορφώνοντας ένα κλίμα παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας.