Γερμανία – Ένα νέο, εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο στήριξης της ηλεκτροκίνησης βρίσκεται στο τραπέζι της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης (Bundesregierung), σε μια προσπάθεια να αναστραφεί το αρνητικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου.
Σύμφωνα με τις νεότερες πληροφορίες που καταγράφονται στον γερμανικό τύπο, εξετάζεται σοβαρά η επαναφορά ενός στοχευμένου και ιδιαίτερα γενναιόδωρου πακέτου επιδοτήσεων για την απόκτηση οχημάτων μηδενικών εκπομπών ρύπων.
Η συγκεκριμένη κυβερνητική πρωτοβουλία έρχεται ως άμεση απάντηση στη ραγδαία πτώση των πωλήσεων που σημειώθηκε αμέσως μετά τον οριστικό τερματισμό του προηγούμενου προγράμματος περιβαλλοντικής πριμοδότησης (Umweltprämie).
Το καταναλωτικό κοινό παραμένει εξαιρετικά διστακτικό απέναντι στη νέα τεχνολογία, κυρίως λόγω του δυσανάλογα υψηλού κόστους κτήσης σε σύγκριση με τα παραδοσιακά και συμβατικά οχήματα εσωτερικής καύσης.
Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί φορείς αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά ότι χωρίς ισχυρά οικονομικά κίνητρα, η πολυπόθητη μετάβαση στην πράσινη κινητικότητα κινδυνεύει να βαλτώσει οριστικά, συμπαρασύροντας και τους αυστηρούς κλιματικούς στόχους που έχουν τεθεί από το κράτος.
Στόχος του νέου αυτού σχεδιασμού είναι να αναθερμανθεί άμεσα το αγοραστικό ενδιαφέρον και να ανακηρυχθεί το τρέχον έτος ως κομβικό σημείο καμπής για την πλήρη επικράτηση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στους γερμανικούς δρόμους.
Η βασική φιλοσοφία του προτεινόμενου μέτρου απομακρύνεται από τις οριζόντιες παροχές του παρελθόντος και εστιάζει πλέον στη στοχευμένη ελάφρυνση των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν πραγματική οικονομική δυσκολία να ακολουθήσουν τις επιταγές της οικολογικής μετάβασης, καθιστώντας το νέο πρόγραμμα πιο δίκαιο κοινωνικά.
Η κλιμακωτή δομή της επιδότησης και τα εισοδηματικά κριτήρια
Η αρχιτεκτονική του νέου χρηματοδοτικού προγράμματος βασίζεται σε ένα αυστηρά κλιμακωτό σύστημα, το οποίο λαμβάνει υπόψη τόσο την οικονομική δυνατότητα όσο και την οικογενειακή κατάσταση του εκάστοτε αγοραστή.
Σε πρώτο στάδιο, η βασική κρατική επιχορήγηση για την αγορά ενός αμιγώς ηλεκτρικού οχήματος θα ανέρχεται στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 3.000 ευρώ, εξασφαλίζοντας μια αρχική ελάφρυνση για όλους τους δικαιούχους.
Ωστόσο, η πραγματική καινοτομία του κυβερνητικού σχεδίου έγκειται στις γενναίες προσαυξήσεις που προβλέπονται για τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια των πολιτών.
Ειδικότερα, οι φορολογούμενοι πολίτες με ετήσιο δηλωθέν εισόδημα που δεν υπερβαίνει το όριο των 60.000 ευρώ, θα δικαιούνται αυξημένη υποστήριξη που θα φτάνει το ύψος των 4.000 ευρώ.
Για όσους διαθέτουν ετήσιο φορολογητέο εισόδημα κάτω από το φράγμα των 45.000 ευρώ, η κρατική αρωγή θα ενισχύεται περαιτέρω, αγγίζοντας τα 5.000 ευρώ για κάθε νέα αγορά.
Ο σχεδιασμός της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης κορυφώνεται με την ενσωμάτωση ειδικών κοινωνικών κριτηρίων, προσφέροντας το μέγιστο δυνατό μπόνους των 6.000 ευρώ σε νοικοκυριά που μεγαλώνουν δύο παιδιά.
Μέσα από αυτή την πολυεπίπεδη στρατηγική, τα κρατικά ταμεία επιδιώκουν να καταστήσουν την ηλεκτροκίνηση προσιτή στην πλειοψηφία, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι τα οχήματα νέας τεχνολογίας αποτελούν προνόμιο αποκλειστικά των υψηλών εισοδημάτων, δίνοντας έμφαση στην ισότιμη πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες μετακίνησης.
Η στάση των καταναλωτών και η πίεση προς τις αυτοκινητοβιομηχανίες
Το νέο επιδοτούμενο πρόγραμμα καλείται να αντιμετωπίσει την έντονη σκεπτικιστική στάση που επικρατεί στην πλειοψηφία της γερμανικής κοινωνίας γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών αγοράς που διενεργήθηκαν από μεγάλες πλατφόρμες εμπορίας και αναδημοσιεύονται εκτενώς, ένα συντριπτικό ποσοστό της τάξης του 60% των πολιτών απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αγοράς ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου στην παρούσα φάση.
Το βασικότερο εμπόδιο που καταγράφεται στις απαντήσεις των συμμετεχόντων δεν είναι άλλο από τις δυσθεώρητες τιμές πώλησης στους καταλόγους των επίσημων αντιπροσωπειών.
Τα ίδια δημοσκοπικά δεδομένα υποδεικνύουν, ωστόσο, ότι το καταναλωτικό συναίσθημα θα μπορούσε να μεταστραφεί ραγδαία εάν διευθετούνταν αποτελεσματικά το φλέγον ζήτημα του αρχικού κόστους.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως το 10% του πληθυσμού θα εξέταζε σοβαρά την απόκτηση ενός οχήματος μηδενικών ρύπων, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι η τελική τιμή του δεν θα ξεπερνούσε το ψυχολογικό όριο των 20.000 ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκπρόσωποι της αγοράς και οι θεσμικοί παράγοντες του κλάδου στρέφουν πλέον τα βλέμματά τους απευθείας προς τις ίδιες τις παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες.
Τονίζεται επανειλημμένα η επιτακτική ανάγκη να αναλάβουν δράση οι κατασκευαστές, παρουσιάζοντας επιτέλους στο ευρύ κοινό μοντέλα τα οποία θα συνδυάζουν τις προσιτές τιμές με την ικανοποιητική αυτονομία ταξιδιού και τα σύγχρονα πρότυπα άνεσης που απαιτεί ο μέσος Ευρωπαίος οδηγός.