Ελβετία – Η εικόνα του απόρθητου οχυρού που συνόδευε παραδοσιακά την ελβετική επικράτεια φαίνεται να υποχωρεί δραστικά, καθώς τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολογούν την εθνική τους θωράκιση.
Μια εκτενής δημοσκοπική έρευνα, η οποία διεξήχθη σε δείγμα άνω των 5.000 ατόμων, φέρνει στην επιφάνεια μια βαθιά ριζωμένη αμφισβήτηση σχετικά με τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες που διαθέτει ο εθνικός στρατός απέναντι σε σύγχρονες απειλές. Οι μεταβαλλόμενες συνθήκες ασφαλείας στην ευρωπαϊκή ήπειρο αναγκάζουν την κοινή γνώμη να αναθεωρήσει παγιωμένα δόγματα δεκαετιών, θέτοντας πλέον στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου την ανάγκη για ριζικό ανασχεδιασμό της στρατηγικής και την ενίσχυση των κρατικών δαπανών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Τα τρία τέταρτα του πληθυσμού θεωρούν τις ένοπλες δυνάμεις ανέτοιμες για συμβατικό πόλεμο.
- Οκτώ στους δέκα πολίτες δηλώνουν απροστάτευτοι απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις.
- Διαμορφώνεται πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ της αύξησης του αμυντικού προϋπολογισμού στο 2% του ΑΕΠ.
- Ισχυρή τάση για χαλάρωση των εξαγωγικών περιορισμών στην εγχώρια πολεμική βιομηχανία.
Το ρήγμα στην αμυντική θωράκιση: Πώς αξιολογούνται οι νέες απειλές
Το βαρόμετρο ευκαιριών, το οποίο εκπονήθηκε από το ερευνητικό ινστιτούτο Sotomo για λογαριασμό της δεξαμενής σκέψης StrategieDialog21 του επιχειρηματία Jobst Wagner, αποτυπώνει μια σαφή έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους παραδοσιακούς στρατιωτικούς μηχανισμούς. Βάσει των ευρημάτων, το 75% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας αδυνατούν να αποκρούσουν αποτελεσματικά μια συμβατική στρατιωτική επίθεση από ξένες δυνάμεις, καταρρίπτοντας τον μύθο της απόλυτης εθνικής αυτάρκειας. Η ανησυχία αυτή δεν περιορίζεται στα συμβατικά όπλα, αλλά επεκτείνεται ταχύτατα στα νέα, αόρατα πεδία συγκρούσεων που διαμορφώνει η τεχνολογική εξέλιξη.
Παράλληλα, σχεδόν το 80% του πληθυσμού αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένο απέναντι σε σύγχρονες υβριδικές απειλές, οι οποίες περιλαμβάνουν οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης και στοχευμένες κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές. Οι πολίτες συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο ότι η ορεινή γεωγραφική απομόνωση δεν προσφέρει πλέον επαρκή κάλυψη απέναντι σε ψηφιακά χτυπήματα που μπορούν να παραλύσουν τον κρατικό μηχανισμό σε ελάχιστο χρόνο. Η αυξανόμενη ανασφάλεια για τις εξωτερικές πιέσεις συνθέτει ένα εξαιρετικά απαισιόδοξο σκηνικό.
Εσωτερική σταθερότητα: Ο παράγοντας που διατηρεί την κοινωνική συνοχή
Εντελώς διαφορετική εικόνα παρουσιάζεται ωστόσο όταν η ανάλυση στρέφεται στο εσωτερικό της χώρας, όπου το εντυπωσιακό 92% των συμμετεχόντων στην έρευνα δηλώνει ότι αισθάνεται απολύτως ή αρκετά ασφαλές στην καθημερινότητά του. Η συγκεκριμένη αντίφαση εξηγείται από το γεγονός ότι το αίσθημα προστασίας των πολιτών πηγάζει σχεδόν αποκλειστικά από την εύρυθμη λειτουργία των εγχώριων θεσμών και όχι από τη στρατιωτική ισχύ στα σύνορα. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στον σταθερό κρατικό μηχανισμό, το λειτουργικό κράτος δικαίου και τις αξιόπιστες δημόσιες υποδομές λειτουργεί ως το βασικό αντίβαρο στην εξωτερική ανασφάλεια, προσφέροντας ένα ισχυρό δίχτυ ψυχολογικής προστασίας.
Όταν καλούνται να ιεραρχήσουν τους πραγματικούς κινδύνους για την κοινωνία, οι κάτοικοι τοποθετούν πολύ υψηλότερα στην κλίμακα την εγκληματικότητα, τη βία στους δημόσιους χώρους, καθώς και τη δυνητική διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών. Αντιθέτως, μόλις ένα ελάχιστο ποσοστό της τάξης του 6% θεωρεί πιθανό ένα άμεσο στρατιωτικό χτύπημα εντός της επικράτειας. Το στενό κοινωνικό περιβάλλον και η πολιτική ομαλότητα αποτελούν τους πραγματικούς πυλώνες της εθνικής αυτοπεποίθησης.
Επαναπροσδιορισμός της ουδετερότητας: Οι γεωπολιτικές πιέσεις και το ΝΑΤΟ
Το πλέον ευαίσθητο σημείο της κρατικής ταυτότητας, η παραδοσιακή διπλωματική στάση της χώρας, φαίνεται να δέχεται ισχυρούς τριγμούς, καθώς το 58% των πολιτών εκτιμά ότι το διεθνές κύρος της εθνικής ουδετερότητας έχει υποστεί σημαντική φθορά τα τελευταία χρόνια. Η δυσαρέσκεια αυτή πηγάζει από εντελώς διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, με τους συντηρητικούς ψηφοφόρους να επικρίνουν τις παραμικρές αποκλίσεις από την αυστηρή απομόνωση και τους προοδευτικούς να καταγγέλλουν την άκαμπτη στάση της ηγεσίας σε φλέγοντα ζητήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η απόλυτη διπλωματική αδράνεια μεταφράζεται πλέον από πολλούς ως αδυναμία στρατηγικής προσαρμογής στα νέα δεδομένα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικότερης αμφισβήτησης, το 56% της κοινής γνώμης τάσσεται ανοιχτά υπέρ μιας πιο ευέλικτης ερμηνείας του ιστορικού δόγματος, προσδοκώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα ανοίξει τον δρόμο για στενότερη επιχειρησιακή συνεργασία με τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Μια ενδεχόμενη ευθυγράμμιση με τις δυτικές συμμαχίες θεωρείται από ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ως η μοναδική βιώσιμη λύση για την ενίσχυση του διπλωματικού αποτυπώματος της χώρας και την αναβάθμιση του ρόλου της ως παγκόσμιου διαμεσολαβητή. Οι πολιτικές πιέσεις για αλλαγή πορείας εντείνονται διαρκώς.
Εκτόξευση δαπανών: Η στροφή προς την εγχώρια πολεμική βιομηχανία
Η αυξημένη ανησυχία για το πραγματικό αξιόμαχο των δυνάμεων αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη μαζική στήριξη προς τον εγχώριο κατασκευαστικό τομέα, με το 58% των ερωτηθέντων να ζητά την άμεση χαλάρωση των πολιτικών περιορισμών που επιβαρύνουν την εθνική πολεμική βιομηχανία. Η τάση αυτή δημιουργεί νέα, πιεστικά δεδομένα ενόψει των επικείμενων νομοθετικών αλλαγών για τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων, διχάζοντας μάλιστα οριζόντια ακόμη και τα κόμματα της κεντροαριστεράς, τα οποία παραδοσιακά τηρούσαν απορριπτική στάση απέναντι στους εξοπλισμούς. Παράλληλα, διαμορφώνεται μια εξαιρετικά ισχυρή πλειοψηφία που υποστηρίζει την κατακόρυφη αύξηση των κρατικών δαπανών για την άμυνα.
Οι πολίτες εμφανίζονται απόλυτα πρόθυμοι να δεχτούν τη σταδιακή άνοδο του αμυντικού προϋπολογισμού στο 2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος έως το έτος 2030, μια στρατηγική κίνηση που πρακτικά ισοδυναμεί με τον υπερδιπλασιασμό των διαθέσιμων κονδυλίων, προσεγγίζοντας τα 16 δισεκατομμύρια φράγκα. Σύμφωνα με τον αναλυτή της έρευνας, Michael Hermann, η ακλόνητη εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητα της εγχώριας δημοκρατίας λειτουργεί πλέον ως εφαλτήριο για την αναζήτηση διεθνών συνεργασιών αντί για την περαιτέρω απομόνωση. Από την πλευρά του, ο Υπουργός Άμυνας, Martin Pfister, καταγράφει τη θεσμική οπτική της κυβέρνησης στον πρόλογο της έκθεσης, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά: «Ένα ισχυρό ευρωπαϊκό οικοδόμημα με μια αλληλέγγυα χώρα στον πυρήνα του αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη για την πολιτική ασφαλείας».