Ελβετία – Σε ανοιχτή ρήξη με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση (Bundesrat) βρίσκεται πλέον η εγχώρια βιομηχανία κρέατος, καταγγέλλοντας συστηματική στόχευση και οικονομική αφαίμαξη του κλάδου.
Η δυσαρέσκεια πηγάζει από μια σειρά νέων κυβερνητικών κατευθύνσεων που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας, περιορίζοντας την κατανάλωση ενώ ταυτόχρονα προσβλέπουν σε αυξημένα κρατικά έσοδα από τον ίδιο τομέα.
Η αρχή αυτής της πίεσης εντοπίζεται στη νέα διατροφική πυραμίδα που δημοσίευσε το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ασφάλειας Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων (Bundesamt für Lebensmittelsicherheit und Veterinärwesen).
Οι νέες συστάσεις προκρίνουν σαφώς τις φυτικές πηγές πρωτεϊνών, τα προϊόντα ολικής αλέσεως και τα εποχικά φρούτα και λαχανικά, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του κρέατος, η κατανάλωση του οποίου συστήνεται πλέον αυστηρά έως τρεις φορές την εβδομάδα.
Την ίδια στιγμή, η νέα αγροτική πολιτική για τη δεκαετία του 2030, την οποία προωθεί το Ομοσπονδιακό Γραφείο Γεωργίας (Bundesamt für Landwirtschaft), προκαλεί επιπλέον τριγμούς.
Η στρατηγική εστιάζει στην ενίσχυση της φυτικής παραγωγής εις βάρος της παραγωγής ζωοτροφών, μια κίνηση που πλήττει ιδιαίτερα τις ορεινές και προαλπικές περιοχές, όπου η κτηνοτροφία αποτελεί ιστορικά τη μοναδική βιώσιμη μορφή οικονομικής δραστηριότητας.
Το τοπίο συμπληρώνεται από τις αυστηρότερες απαιτήσεις του Ομοσπονδιακού Γραφείου Περιβάλλοντος (Bundesamt für Umwelt) για την κατασκευή και ανακαίνιση σταβλικών εγκαταστάσεων.
Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας υπογραμμίζουν ότι οι νέοι, εξαιρετικά αυστηροί κανονισμοί για τις εκπομπές ρύπων έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το πάγιο αίτημα για διατήρηση συνθηκών εκτροφής που προσομοιάζουν στο φυσικό περιβάλλον των ζώων, καθιστώντας τις νέες επενδύσεις απαγορευτικές.
Το αμφιλεγόμενο πακέτο περικοπών και τα αυξημένα τελωνειακά βάρη
Η κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία εξαιτίας του κυβερνητικού προγράμματος ελάφρυνσης για το 2027, το οποίο πλήττει καίρια την εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο Ruedi Hadorn, επικεφαλής πολιτικής της Ελβετικής Ένωσης Κρέατος (Schweizer Fleisch-Fachverband), κάνει λόγο για πρωτοφανή διπλή ηθική εκ μέρους της κρατικής μηχανής.
Όπως εξηγεί ο εκπρόσωπος του κλάδου, ενώ η κυβέρνηση διακηρύσσει τη μείωση των κρατικών δαπανών, επιδιώκει ταυτόχρονα να αυξήσει τα έσοδά της από τον συγκεκριμένο τομέα μέσω της δημοπράτησης των δασμολογικών ποσοστώσεων και των εισφορών διάθεσης αποβλήτων.
Ο ίδιος επισημαίνει το παράδοξο της κρατικής προσέγγισης, τονίζοντας ότι η διοίκηση προσπαθεί αφενός να συρρικνώσει τον κλάδο και να μειώσει την κατανάλωση κρέατος, ενώ αφετέρου προσδοκά υψηλότερα κέρδη από τη φορολόγησή του.
Η βιομηχανία κρέατος παράγει ετησίως κύκλο εργασιών ύψους δέκα δισεκατομμυρίων φράγκων, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα αυξανόμενα έσοδα από τις δημοπρασίες για τις εισαγωγές πουλερικών, τα οποία την τελευταία διετία αυξήθηκαν κατά 35 εκατομμύρια φράγκα, αγγίζοντας τα 40 εκατομμύρια αν συνυπολογιστούν οι κανονικοί δασμοί.
Η στροφή των καταναλωτών προς το κρέας πουλερικών δεν ωφελεί την εγχώρια βιομηχανία, καθώς η αυξημένη ζήτηση καλύπτεται από εισαγωγές, οι οποίες από το 2023 έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν 15.000 τόνους.
Ο Ruedi Hadorn αποδίδει αυτή την υστέρηση στα υψηλά γραφειοκρατικά και κανονιστικά εμπόδια που θέτουν οι αρχές, τα οποία δεν επιτρέπουν την ταχεία αύξηση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας.
Το συνολικό κόστος των νέων μέτρων, σύμφωνα με τις κυβερνητικές προτάσεις, ανέρχεται σε 137 εκατομμύρια φράγκα επιπλέον των υφιστάμενων 280 εκατομμυρίων, ένα ποσό που αναπόφευκτα θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές σε μια περίοδο μειωμένης αγοραστικής δύναμης.
Η κοινοβουλευτική διελκυστίνδα και η στάση των ομοσπονδιακών αρχών
Οι αντιδράσεις του κλάδου βρήκαν εν μέρει ευήκοα ώτα στις νομοθετικές αίθουσες, καθώς το Συμβούλιο των Κρατών (Ständerat) περιόρισε δραστικά το αρχικό πακέτο περικοπών των 137 εκατομμυρίων φράγκων, διατηρώντας μόνο μια μικρή μείωση της τάξης των δύο εκατομμυρίων στην προώθηση των πωλήσεων.
Από την άλλη πλευρά, η οικονομική επιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου (Nationalrat) προχώρησε σε μείωση στο ήμισυ για τρεις βασικούς τομείς δαπανών και περιόρισε τα αναμενόμενα έσοδα από τις δημοπρασίες δασμολογικών ποσοστώσεων από τα 80 στα 17 εκατομμύρια φράγκα.
Ωστόσο, η ίδια επιτροπή πρότεινε παράλληλα τη γενική αύξηση όλων των αγροτικών δασμών κατά 175 εκατομμύρια φράγκα, με το ένα τέταρτο αυτού του ποσού να επιβαρύνει αποκλειστικά τις ζωοτροφές.
Απέναντι σε αυτό το σκηνικό έντονων πιέσεων, οι τέσσερις αρμόδιοι υπουργοί, Karin Keller-Sutter για τα οικονομικά, Guy Parmelin για τη γεωργία, Elisabeth Baume-Schneider για τις διατροφικές συστάσεις και Albert Rösti για τα ζητήματα υποδομών, απορρίπτουν κατηγορηματικά τις αιτιάσεις της βιομηχανίας.
Το Υπουργείο Οικονομικών (Finanzdepartement) υπεραμύνεται των επιλογών του, εξηγώντας ότι για λόγους πολιτικής ισορροπίας, εκτός από τις περικοπές δαπανών, εξετάζονται πάντα και πιθανές πηγές πρόσθετων εσόδων.
Αντίστοιχα, το Υπουργείο Εσωτερικών (Innendepartement) ξεκαθαρίζει ότι δεν υφίσταται καμία απολύτως κρυφή πολιτική ατζέντα κατά της κατανάλωσης κρέατος.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Γεωργίας (Bundesamt für Landwirtschaft) κλείνει τον κύκλο των τοποθετήσεων υπογραμμίζοντας ότι το κράτος δεν επιθυμεί την περιθωριοποίηση της κτηνοτροφίας, διασφαλίζοντας ότι η παραγωγή γάλακτος και κρέατος θα διατηρήσει τον κεντρικό της ρόλο στο μελλοντικό διατροφικό σύστημα της χώρας.