Ελβετία – Η ραγδαία καθιέρωση της εξ αποστάσεως εργασίας έχει δημιουργήσει ένα απροσδόκητο οικονομικό και λειτουργικό βάρος για τον κρατικό μηχανισμό.
Ενώ ο ιδιωτικός τομέας προσπαθεί σταδιακά να επαναφέρει το ανθρώπινο δυναμικό στις φυσικές του θέσεις, η ομοσπονδιακή διοίκηση αντιμετωπίζει το φαινόμενο των άδειων κτιριακών εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων που επιλέγουν σταθερά ευέλικτες μορφές απασχόλησης ανέρχεται πλέον στο 66%, αναδεικνύοντας την τηλεργασία σε μια παγιωμένη και κυρίαρχη τάση.
Η διατήρηση αυτού του ευέλικτου μοντέλου υποστηρίζεται ένθερμα από την πλευρά του κράτους, το οποίο επιδιώκει να παραμείνει ένας ελκυστικός εργοδότης για εξειδικευμένο προσωπικό σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας.
Ωστόσο, η δημόσια διοίκηση καλείται πλέον να διαχειριστεί ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει περίπου 2.700 ακίνητα, τα οποία αρχικά προορίζονταν για να εξυπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες 44.000 εργαζομένων.
Η μερική μόνο πληρότητα αυτών των χώρων γεννά υπέρογκα κόστη, μετατρέποντας τις κτιριακές υποδομές σε μια μεγάλη οικονομική πρόκληση.
Το οικονομικό αποτύπωμα των υποδομών και ο στόχος της αναδιάρθρωσης
Τα σταθερά έξοδα λειτουργίας ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες φράγκα ετησίως για κάθε εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης, ενώ οι απαιτούμενες κατασκευαστικές επενδύσεις αγγίζουν κατά μέσο όρο τα 130.000 φράγκα ανά θέση εργασίας.
Παρά τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού με την εφαρμογή συστημάτων κοινής χρήσης γραφείων, γνωστά ως desk-sharing, η κατάσταση δεν βελτιώθηκε αισθητά.
Αντί οι πλεονάζοντες χώροι να διατεθούν σε τρίτους μέσω ενοικίασης για την εξοικονόμηση πολύτιμων πόρων, μετατράπηκαν κατά κύριο λόγο σε μεγάλες αίθουσες συναντήσεων και ζώνες δημιουργικής απασχόλησης.
Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της δαπανηρής δυσαναλογίας, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Κτιρίων και Λογιστείας (Bundesamt für Bauten und Logistik) έχει εκπονήσει ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο με αυστηρό ορίζοντα υλοποίησης το 2036. Βασικός πυλώνας αυτού του σχεδιασμού είναι η δραστική μείωση της κατανάλωσης χώρου κατά 17% ανά θέση πλήρους απασχόλησης.
Η κεντρική διοίκηση ευελπιστεί ότι αυτό θα επιτευχθεί μέσα από τη στοχευμένη εγκατάλειψη μη αποδοτικών ενοικιαζόμενων κτιρίων και τη μαζική μεταφορά των υπηρεσιών σε μεγάλους, συγκεντρωτικούς κόμβους σε μητροπολιτικές περιοχές όπως η Γενεύη, η Ζυρίχη και το Τιτσίνο.
Οι αντιδράσεις των ελεγκτικών αρχών και οι απαιτήσεις για μετρήσιμα κριτήρια
Σχετικό ρεπορτάζ που δημοσίευσε η ελβετική εφημερίδα NZZ am Sonntag αναδεικνύει την έντονη ανησυχία των θεσμικών οργάνων, καθώς απουσιάζουν παντελώς τα ακριβή στατιστικά δεδομένα για την πραγματική, καθημερινή χρήση των γραφειακών εγκαταστάσεων.
Η αναπληρώτρια διευθύντρια της Ομοσπονδιακής Ελεγκτικής Υπηρεσίας (Eidgenössische Finanzkontrolle), Brigitte Christ, επεσήμανε την επιτακτική ανάγκη για έναν ρεαλιστικό επανασχεδιασμό των πραγματικών στεγαστικών αναγκών.
Η ίδια διευκρίνισε ότι κάθε υπουργείο και μεμονωμένη υπηρεσία ακολουθεί τη δική του ανεξάρτητη προσέγγιση στο φλέγον ζήτημα της χρήσης των διαθέσιμων επιφανειών, δημιουργώντας ένα άναρχο τοπίο.
Σύμφωνα με τις αυστηρές τοποθετήσεις της ελεγκτικής αρχής, η τρέχουσα μελλοντική στρατηγική του κράτους κρίνεται ελλιπής, καθώς πάσχει από σοβαρή απουσία συγκεκριμένων, μετρήσιμων στόχων και αξιόπιστων δεικτών απόδοσης.
Το ζήτημα έχει λάβει πλέον σημαντικές πολιτικές διαστάσεις, με αποτέλεσμα ο αρμόδιος κοινοβουλευτικός μηχανισμός ελέγχου της διοίκησης να διεξάγει εις βάθος έρευνα.
Κύριος στόχος των αρχών είναι να αξιολογηθεί η πρακτική σκοπιμότητα των υφιστάμενων κατευθυντήριων γραμμών για την τηλεργασία και να εξεταστεί λεπτομερώς ο τρόπος με τον οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διαχειρίζεται το αυξανόμενο οικονομικό βάρος στον τομέα των ακινήτων της.