Ελβετία – Ένα καθοριστικό βήμα για τη ριζική αλλαγή του καθεστώτος που διέπει τις οδικές μεταφορές πραγματοποίησε η ελβετική βουλή, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιβολή πρόσθετων οικονομικών βαρών στους ξένους οδηγούς.
Το Εθνικό Συμβούλιο (Nationalrat) ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία μια πολυσυζητημένη πρόταση που προβλέπει την καθιέρωση ενός ειδικού τέλους διαμετακόμισης για τα οχήματα που χρησιμοποιούν το εθνικό οδικό δίκτυο αποκλειστικά ως ενδιάμεσο πέρασμα μεταξύ δύο γειτονικών κρατών.
Η απόφαση ελήφθη με το εμφατικό αποτέλεσμα των 173 ψήφων υπέρ έναντι μόλις 13 κατά, με τρεις βουλευτές να επιλέγουν την αποχή, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα προς το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), το οποίο καλείται πλέον να βρει τον τρόπο πρακτικής εφαρμογής του μέτρου.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες που διασχίζουν τη χώρα, βάζοντας τέλος στη μέχρι πρότινος ανεμπόδιστη και χωρίς επιπλέον κόστος διέλευση, πέραν της καθιερωμένης ετήσιας βινιέτας.
Το σκεπτικό πίσω από τη νέα οικονομική επιβάρυνση
Η αρχική πολιτική πρωτοβουλία, η οποία είχε ήδη λάβει την ομόφωνη έγκριση του Συμβουλίου των Κρατών (Ständerat) τον περασμένο Σεπτέμβριο, ανήκει στον εκπρόσωπο Marco Chiesa.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εντός του κοινοβουλίου, η συνεχής ροή οχημάτων που απλώς διασχίζουν τη χώρα προκαλεί τεράστια επιβάρυνση στο φυσικό περιβάλλον και υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων, χωρίς να προσφέρει το παραμικρό ανταποδοτικό όφελος στην εθνική οικονομία.
Ο εμπνευστής της πρότασης ξεκαθάρισε ότι στόχος δεν είναι η τιμωρία των ταξιδιωτών, αλλά η ορθολογική διαχείριση της κυκλοφορίας και η δίκαιη κατανομή των δυσβάσταχτων δαπανών συντήρησης των υποδομών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βουλευτής Simon Stadler ανέδειξε το μέγεθος του προβλήματος, σημειώνοντας ότι ενώ στο παρελθόν οι εορταστικές περίοδοι ήταν συνυφασμένες με την ηρεμία, σήμερα ταυτίζονται με ατελείωτες ουρές χιλιομέτρων στους βασικούς άξονες Βορρά-Νότου.
Για την αντιμετώπιση αυτής της ασφυκτικής κατάστασης, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου προκρίνει την υιοθέτηση ενός δυναμικού μοντέλου τιμολόγησης.
Το ύψος των διοδίων θα μεταβάλλεται ανάλογα με τον κυκλοφοριακό φόρτο, με σκοπό την εξομάλυνση των ωρών αιχμής.
Παράλληλα, κατατέθηκαν προτάσεις για αυστηρές απαγορεύσεις διέλευσης από το επαρχιακό δίκτυο, ώστε να αποτραπεί το φαινόμενο της εκτροπής των οδηγών σε μικρότερους δρόμους προς αποφυγή των κεντρικών αρτηριών.
Οι πολιτικές αντιδράσεις και ο φόβος της ευρωπαϊκής απομόνωσης
Παρά την ευρεία αποδοχή της πρότασης, δεν έλειψαν οι έντονες διαφοροποιήσεις από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους που προειδοποιούν για απρόβλεπτες συνέπειες.
Εκπροσωπώντας τις φιλελεύθερες φωνές του κοινοβουλίου, η Barbara Schaffner εξέφρασε την κατηγορηματική της αντίθεση, εστιάζοντας στις τεράστιες δυσκολίες εφαρμογής και τον δυσανάλογο διοικητικό φόρτο που θα προκύψει.
Επιπλέον, τόνισε ότι η χρονική συγκυρία για μια τέτοια κίνηση είναι εντελώς ακατάλληλη, καθώς η χώρα βρίσκεται εν μέσω κρίσιμων και λεπτών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επικαιροποίηση των διμερών σχέσεων (Bilateralen III), και μονομερείς ενέργειες στα σύνορα θα μπορούσαν να δυναμιτίσουν το κλίμα.
Αυτούς τους διπλωματικούς ενδοιασμούς συμμερίστηκε και ο αρμόδιος Υπουργός Μεταφορών, Albert Rösti, ο οποίος ανήκει στην εκτελεστική εξουσία και κλήθηκε να αξιολογήσει την πρόταση.
Ο υπουργός παραδέχθηκε ότι, σε αυστηρά νομικό επίπεδο, η επιβολή ενός τέτοιου τέλους δεν παραβιάζει ρητά τις ισχύουσες διακρατικές συνθήκες με τις Βρυξέλλες.
Ωστόσο, έσπευσε να υπογραμμίσει ότι οι πολιτικές αντιδράσεις από πλευράς των ευρωπαϊκών θεσμών και των γειτονικών κρατών παραμένουν ένας εντελώς άγνωστος και δυνητικά επικίνδυνος παράγοντας για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας στο πεδίο της ελεύθερης διακίνησης.
Οι τεχνικές προκλήσεις και το συνταγματικό εμπόδιο
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, φαίνεται να εντοπίζεται στο τεχνικό και νομικό σκέλος της εφαρμογής.
Η κυβέρνηση προειδοποιεί ότι για να διασφαλιστεί η είσπραξη του τέλους από τα διερχόμενα οχήματα, θα απαιτηθεί η εγκατάσταση ενός κολοσσιαίου συστήματος διαρκούς παρακολούθησης σε κάθε μεθοριακό σταθμό, μια διαδικασία εξαιρετικά δαπανηρή και πολύπλοκη.
Η ταυτοποίηση των οχημάτων που πραγματοποιούν καθαρή διαμετακόμιση, σε αντίθεση με εκείνα που επισκέπτονται τη χώρα για τουρισμό ή εργασία, αποτελεί έναν γρίφο για τις υπηρεσίες ελέγχου που θα κληθούν να στήσουν τον ηλεκτρονικό μηχανισμό.
Πέραν των τεχνικών δυσκολιών, το ζήτημα προσκρούει και στον πυρήνα του εθνικού συντάγματος, το οποίο ορίζει ρητά ότι η χρήση των δημόσιων οδικών υποδομών πρέπει να παραμένει δωρεάν για τους χρήστες.
Αν και η νομοθετική εξουσία διατηρεί το δικαίωμα να εγκρίνει ειδικές εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο εκτιμά ότι πιθανότατα θα χρειαστεί επίσημη συνταγματική αναθεώρηση.
Στον αντίποδα, ο υποστηρικτής της πρότασης, Marco Chiesa, επικαλείται ένα άλλο άρθρο του συντάγματος, το οποίο αφορά την υποχρέωση της πολιτείας να προστατεύει το ευαίσθητο οικοσύστημα των Άλπεων από τις καταστροφικές συνέπειες της αλόγιστης κυκλοφορίας των οχημάτων, δίνοντας έτσι μια ισχυρή περιβαλλοντική νομική βάση στο εγχείρημα.