Ελβετία – Ένα πρωτοφανές οικονομικό σκάνδαλο μεγάλων διαστάσεων έρχεται στο φως, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη στους ελβετικούς σιδηροδρόμους, καθώς η SBB φέρεται να έπεσε θύμα συστηματικής απάτης από ίδιο της το στέλεχος.
Η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία (Bundesanwaltschaft) προχώρησε στην επίσημη απαγγελία κατηγοριών εναντίον συνολικά πέντε προσώπων, θέτοντας στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας έναν πρώην επικεφαλής τμήματος της κρατικής εταιρείας.
Το κατηγορητήριο περιγράφει μια πολυετή και καλά οργανωμένη επιχείρηση υπεξαίρεσης, η οποία βασίστηκε στην έκδοση και εξόφληση σωρείας πλαστών παραστατικών.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει σοβαρά κενά στους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου των προμηθειών της εταιρείας, προκαλώντας έντονο προβληματισμό για τη διαχείριση των πόρων.
Σύμφωνα με το πολυσέλιδο κατηγορητήριο που συνέταξαν οι αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, ο βασικός κατηγορούμενος αντιμετωπίζει βαρύτατες ποινικές διώξεις.
Συγκεκριμένα, του καταλογίζονται τα αδικήματα της κατ’ επάγγελμα απάτης, της απιστίας περί την υπηρεσία, της βαριάς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και της πλαστογραφίας εγγράφων.
Η δράση του, η οποία εκτείνεται σε βάθος πολλών ετών, εκτιμάται ότι προκάλεσε αρχικά ζημία ύψους άνω των οκτώ εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων.
Παράλληλα, στο εδώλιο του κατηγορουμένου παραπέμπονται και τέσσερις άμεσοι συνεργοί του, οι οποίοι κατηγορούνται για συνέργεια σε πολλαπλή και κατ’ επάγγελμα απάτη, συνέργεια σε απιστία και βαριά νομιμοποίηση εσόδων.
Η αποκάλυψη του σκανδάλου έχει σημάνει συναγερμό στα ανώτατα κλιμάκια της SBB, αναγκάζοντας τη διοίκηση να επαναξιολογήσει πλήρως τα πρωτόκολλα ασφαλείας και τις διαδικασίες εγκρίσεων για τις συμβάσεις προμηθευτών.
Το γεγονός ότι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος μπόρεσε να παρακάμψει τις δικλείδες ασφαλείας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα καταδεικνύει την πολυπλοκότητα της μεθόδου που ακολουθήθηκε, αλλά και την τυφλή εμπιστοσύνη που του είχε παραχωρηθεί λόγω της θέσης του.
Το περίτεχνο σύστημα των εικονικών παραγγελιών
Ο μηχανισμός της απάτης άρχισε να στήνεται μεθοδικά ήδη από το έτος 2007, όταν ο κεντρικός κατηγορούμενος σχεδίασε ένα δίκτυο απομύζησης πόρων με τη βοήθεια δύο εκ των συνεργών του.
Εκμεταλλευόμενος την κρίσιμη θέση ευθύνης που κατείχε, αρχικά ως υπεύθυνος σημαντικών έργων και μετέπειτα ως διευθυντής τμήματος, απέκτησε τη δυνατότητα να καταχωρεί απευθείας εντολές αγοράς υλικών στο κεντρικό σύστημα προμηθειών της SBB.
Η εξουσία αυτή του επέτρεψε να εγκρίνει παραγγελίες χωρίς να εγείρει άμεσα υποψίες, δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος για την έναρξη της παράνομης δραστηριότητας.
Για να διασφαλίσει ότι το όνομά του δεν θα εμφανιζόταν πουθενά στα επίσημα λογιστικά βιβλία ως άμεσος προμηθευτής, ο πρώην διευθυντής χρησιμοποίησε τις νομικές οντότητες των δύο συνεργών του ως νομική κάλυψη. Μέσω αυτών των συνεργαζόμενων εταιρειών, εκδίδονταν και αποστέλλονταν τα τιμολόγια προς εξόφληση στον κρατικό οργανισμό.
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες παραδόσεις υλικών. Η SBB κατέβαλε υπέρογκα ποσά για αγαθά που δεν εισήλθαν ποτέ στις αποθήκες της, βασιζόμενη εξ ολοκλήρου στις εγκρίσεις του κατηγορουμένου.
Ακόμη και στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου πραγματοποιήθηκε κάποια πραγματική παράδοση υλικών, το εγκληματικό σχέδιο είχε προνοήσει για τη μεγιστοποίηση του παράνομου κέρδους.
Σύμφωνα με την έρευνα των αρχών, τα αγαθά αυτά ήταν αφενός εξαιρετικά υπερτιμολογημένα, πολλαπλασιάζοντας το κόστος για την εταιρεία, και αφετέρου εντελώς άχρηστα για τις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες των σιδηροδρόμων.
Ουσιαστικά, οι πραγματικές παραδόσεις λειτουργούσαν απλώς ως προκάλυμμα για να προσδώσουν μια επίφαση νομιμότητας στις συναλλαγές.
Η σκοτεινή διαδρομή του χρήματος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η διαχείριση και η νομιμοποίηση των υπεξαιρεθέντων κεφαλαίων, προκειμένου να χαθούν τα ίχνη τους στο ελβετικό τραπεζικό σύστημα.
Τα χρήματα εμβάζονταν αρχικά από τα ταμεία της SBB στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών που ανήκαν στους δύο βασικούς συνεργούς.
Ορισμένες από αυτές τις εταιρικές δομές είχαν ιδρυθεί με αποκλειστικό και μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση αυτού ακριβώς του σχεδίου, λειτουργώντας ως πρώτος σταθμός στη διαδρομή του μαύρου χρήματος.
Στη συνέχεια, οι διαχειριστές αυτών των εταιρειών παρακρατούσαν ένα προσυμφωνημένο ποσοστό, το οποίο αναφέρεται από τις αρχές ως εγκληματική αμοιβή, και προωθούσαν το υπόλοιπο ποσό.
Για τη συγκέντρωση αυτών των κεφαλαίων, ο κεντρικός κατηγορούμενος στρατολόγησε μια τρίτη συνεργό, την οποία καθοδήγησε να ιδρύσει μια νέα νομική οντότητα. Στον τραπεζικό λογαριασμό αυτής της νέας εταιρείας κατέληγε ο κύριος όγκος των χρημάτων, δημιουργώντας ένα επιπλέον στρώμα προστασίας από τις έρευνες των διωκτικών αρχών.
Το δίκτυο νομιμοποίησης εσόδων περιελάμβανε και έναν ακόμη, εξαιρετικά παραπλανητικό, δίαυλο. Εντοπίστηκαν μεμονωμένες, αλλά σημαντικές, μεταφορές ποσών προς έναν τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε σε τρίτο, εντελώς αμέτοχο πρόσωπο, το οποίο φέρεται να μην είχε γνώση της εγκληματικής δραστηριότητας.
Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι ο βασικός κατηγορούμενος διέθετε πλήρες δικαίωμα υπογραφής και απόλυτη πρόσβαση σε αυτόν τον λογαριασμό, επιτρέποντάς του να αναλαμβάνει, να μεταφέρει ή να αναλώνει τα κεφάλαια κατά βούληση.
Το νομικό πλαίσιο και ο σκόπελος της παραγραφής
Η αντίστροφη μέτρηση για την εξάρθρωση αυτού του πολυετούς κυκλώματος ξεκίνησε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2024, όταν η διοίκηση της SBB, έχοντας συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία, προχώρησε στην κατάθεση επίσημης μήνυσης.
Η ανταπόκριση της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας (Bundesanwaltschaft) ήταν άμεση, διατάσσοντας την έναρξη επίσημης ποινικής έρευνας μέσα σε λίγες μόλις ημέρες.
Η ταχύτητα των εισαγγελικών αρχών ήταν κρίσιμη για τη διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων και το πάγωμα των σχετικών περιουσιακών στοιχείων.
Ωστόσο, η μακρόχρονη διάρκεια της απάτης, η οποία φέρεται να κάλυψε τη χρονική περίοδο από το 2007 έως και το 2024, έφερε στο προσκήνιο σημαντικά νομικά εμπόδια που σχετίζονται με την πάροδο του χρόνου.
Ενώ η συνολική ζημία που προκλήθηκε στους κρατικούς σιδηροδρόμους εκτιμάται επισήμως στα 8,7 εκατομμύρια φράγκα, ένα σημαντικό μέρος αυτών των αδικημάτων έχει πλέον υποπέσει σε παραγραφή. Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, η προθεσμία παραγραφής για τα εν λόγω αδικήματα ορίζεται στα δεκαπέντε έτη.
Λόγω αυτού του νομικού περιορισμού, το συνολικό ποσό για το οποίο καλούνται πλέον να λογοδοτήσουν ενώπιον της δικαιοσύνης οι πέντε κατηγορούμενοι μειώνεται σημαντικά.
Η νομικά διώξιμη οικονομική βλάβη εις βάρος της SBB, για την οποία θα εκδικαστεί τελικά η υπόθεση, ανέρχεται σε περίπου πέντε εκατομμύρια φράγκα.
Η διαδικασία εισέρχεται πλέον στην κρίσιμη φάση των δικαστικών ακροάσεων, με τις αρχές να υπενθυμίζουν σταθερά ότι, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ισχύει απολύτως το τεκμήριο της αθωότητας.