Σε πεδίο έντονης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης αναμένεται να μετατραπεί η εαρινή συνεδρίαση του τοπικού κοινοβουλίου στο καντόνι του St. Gallen, καθώς στο επίκεντρο των συζητήσεων τίθεται ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο που αφορά τα όρια ταχύτητας στο οδικό δίκτυο.
Από τις 2 έως τις 4 Μαρτίου, το Καντονιακό Συμβούλιο (Kantonsrat) θα κληθεί να εξετάσει και να ψηφίσει επί μιας νομοθετικής πρότασης η οποία προβλέπει την επιβολή αυστηρών περιορισμών, και ουσιαστικά ένα άτυπο μπλόκο, στη δημιουργία νέων ζωνών με ανώτατο όριο ταχύτητας τα τριάντα χιλιόμετρα την ώρα.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αφορά άμεσα την καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών και κατοίκων, καθώς επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται η κυκλοφορία στις κεντρικές αρτηρίες της περιοχής.
Στόχος του προτεινόμενου νομοθετήματος είναι να διασφαλιστεί ότι στους βασικούς οδικούς άξονες θα διατηρείται σταθερά η προβλεπόμενη, υψηλότερη ταχύτητα, αποτρέποντας την περαιτέρω εξάπλωση των μέτρων επιβράδυνσης της κυκλοφορίας.
Η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε τεχνικά ζητήματα συγκοινωνιολογίας, αλλά αγγίζει τον πυρήνα των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τοπικών και των ομοσπονδιακών αρχών, προκαλώντας τριγμούς στο εσωτερικό του πολιτικού σκηνικού.
Το ενδιαφέρον του κοινού είναι στραμμένο στις επικείμενες αποφάσεις, καθώς το αποτέλεσμα της τριήμερης διαδικασίας ενδέχεται να δημιουργήσει ένα ισχυρό νομικό προηγούμενο για το πώς τα ελβετικά καντόνια διαχειρίζονται την οδική ασφάλεια σε σχέση με την ομαλή ροή των οχημάτων.
Το πεδίο εφαρμογής και οι δρόμοι που επηρεάζονται
Η νομοθετική πρόταση που έχει κατατεθεί προς συζήτηση και ψήφιση, εστιάζει με απόλυτη σαφήνεια στις καντονιακές οδούς, καθώς και σε εκείνους τους δημοτικούς δρόμους που κατατάσσονται στην πρώτη κατηγορία του τοπικού συγκοινωνιακού δικτύου.
Σύμφωνα με τις επίσημες διευκρινίσεις που έχουν παρασχεθεί από την τοπική κυβέρνηση, οι δημοτικοί δρόμοι πρώτης κατηγορίας αποτελούν ζωτικής σημασίας συνδέσεις για τον αστικό και περιαστικό ιστό.
Ο βασικός τους ρόλος συνίσταται στη συλλογή του τεράστιου όγκου των οχημάτων που προέρχονται από τους μικρότερους δρόμους πρόσβασης των οικιστικών περιοχών, διοχετεύοντας την κίνηση με ασφάλεια και ταχύτητα προς τις μεγαλύτερες οδικές αρτηρίες.
Εξυπηρετούν, συνεπώς, τόσο τις στενά τοπικές μετακινήσεις των κατοίκων, όσο και την ευρύτερη, υπερτοπική κυκλοφορία.
Η επιβολή του νέου νομοσχεδίου σημαίνει πρακτικά ότι σε αυτούς τους κομβικούς άξονες θα πρέπει στο εξής να σημαίνεται και να εφαρμόζεται υποχρεωτικά η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα που προβλέπεται από τον γενικό σχεδιασμό, εμποδίζοντας την υποβάθμισή τους σε ζώνες ήπιας κυκλοφορίας.
Για να γίνει κατανοητή η αλλαγή που επιχειρείται, αξίζει να αναφερθεί το ισχύον καθεστώς.
Βάσει των σημερινών δεδομένων, η μείωση του γενικού ορίου ταχύτητας που έχει θεσπιστεί από την ομοσπονδιακή νομοθεσία επιτρέπεται μόνο σε πολύ συγκεκριμένα τμήματα του δικτύου και υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Η διαδικασία αυτή απαιτεί την εκπόνηση και κατάθεση μιας τεκμηριωμένης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.
Οι μοναδικοί λόγοι που δικαιολογούν νομικά μια τέτοια παρέμβαση περιλαμβάνουν την ύπαρξη ιδιαίτερων και αποδεδειγμένων κινδύνων για την ασφάλεια των πεζών και των οδηγών, την επιτακτική ανάγκη για μείωση της υπερβολικής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης σε κατοικημένες ζώνες, ή τη στοχευμένη προσπάθεια για τη βελτίωση της συνολικής ροής της κυκλοφορίας σε προβληματικά σημεία.
Η θεσμική σύγκρουση και οι αρμοδιότητες των αρχών
Η προσπάθεια επιβολής αυτών των νέων, αυστηρότερων περιορισμών έχει πυροδοτήσει μια σφοδρή νομική και θεσμική διαμάχη στους κόλπους της τοπικής διοίκησης του St. Gallen.
Η κυβέρνηση του καντονιού εκφράζει ανοιχτά και με κατηγορηματικό τρόπο τις σοβαρές της επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του νόμου περί οδών αντίκειται ευθέως στο ανώτερο ομοσπονδιακό δίκαιο.
Το βασικό επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς εστιάζεται στον αυστηρό διαχωρισμό των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων.
Σύμφωνα με αυτή τη νομική ερμηνεία, οι προϋποθέσεις που έχουν ήδη τεθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, δεν μπορούν επ’ ουδενί να συγκεκριμενοποιηθούν αυθαίρετα, ούτε πολύ περισσότερο να περιοριστούν, μέσω ενός τοπικού, καντονιακού νομοθετήματος.
Ωστόσο, αυτή η κυβερνητική οπτική δεν γίνεται αποδεκτή από το σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Η προπαρασκευαστική επιτροπή, η οποία επεξεργάστηκε την πρόταση πριν αυτή εισαχθεί στην ολομέλεια, απορρίπτει κάθετα αυτή την επιχειρηματολογία.
Στο επίσημο κείμενο της εισήγησής της, η επιτροπή αντικρούει την κυβέρνηση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η ισχύουσα νομοθεσία παραχωρεί ρητά και ξεκάθαρα στα καντόνια την απαραίτητη νομική εξουσία.
Βάσει αυτής της εξουσίας, τα τοπικά όργανα διατηρούν το απόλυτο δικαίωμα να θεσπίζουν απαγορεύσεις κυκλοφορίας, να επιβάλλουν συγκεκριμένους κυκλοφοριακούς περιορισμούς, καθώς και να εκδίδουν ειδικές διαταγές για τη ρύθμιση της οδικής συμπεριφοράς σε προκαθορισμένους δρόμους, προσαρμόζοντας τους κανόνες στις ιδιαιτερότητες και τις πραγματικές ανάγκες της κάθε τοπικής κοινωνίας.
Το μέλλον των υφιστάμενων ζωνών και ο κυβερνητικός σχεδιασμός
Μέσα σε αυτό το κλίμα νομικής αβεβαιότητας, ένα από τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν τους κατοίκους των αστικών κέντρων και των μικρότερων κοινοτήτων είναι η τύχη των ήδη εγκατεστημένων ζωνών χαμηλής ταχύτητας.
Εάν το αναθεωρημένο καντονιακό νομοσχέδιο συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία και υπερψηφιστεί από το συμβούλιο, υπήρξε διάχυτη η ανησυχία ότι τα όρια των τριάντα χιλιομέτρων θα έπρεπε να ξηλωθούν από τους δρόμους.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, έσπευσε να δώσει σαφείς διευκρινίσεις επί του θέματος κατά την παρουσίαση του σχεδίου.
Όπως επισημάνθηκε κατηγορηματικά, οι μειώσεις των ανώτατων ορίων ταχύτητας που έχουν ήδη εγκριθεί νόμιμα και εφαρμόζονται στις καντονιακές οδούς και στους δημοτικούς δρόμους πρώτης κατηγορίας, διαθέτουν νομική ισχύ και συνεπώς θα παραμείνουν στο ακέραιο, χωρίς να επηρεάζονται αναδρομικά από το νέο πλαίσιο.
Την ίδια στιγμή, το ευρύτερο ζήτημα της ρύθμισης των ταχυτήτων βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα και της κεντρικής διοίκησης.
Ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) έχει θέσει σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης σημαντικές τροποποιήσεις που αφορούν το διάταγμα περί οδικής σήμανσης, καθώς και το αντίστοιχο διάταγμα για την προστασία από τον θόρυβο.
Η πρόθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι να θεσπίσει πολύ πιο ξεκάθαρους, ομοιόμορφους και διαφανείς κανόνες για την ενδεχόμενη εφαρμογή του ορίου των τριάντα χιλιομέτρων στους κεντρικούς οδικούς άξονες τόσο των μεγάλων πόλεων όσο και των μικρότερων χωριών.
Αποσαφηνίζεται, ωστόσο, ότι σε καμία περίπτωση δεν σχεδιάζεται η επιβολή μιας καθολικής απαγόρευσης.
Οι συγκεκριμένες κανονιστικές προσαρμογές αποσκοπούν αποκλειστικά στην εκπλήρωση μιας κοινοβουλευτικής εντολής που προέκυψε από σχετική πρόταση, επιδιώκοντας την ορθολογική διαχείριση της κυκλοφορίας σε εθνικό επίπεδο.