Βέρνη – Σοβαρές αναταράξεις συναντά η νομοθετική πρωτοβουλία του ελβετικού κοινοβουλίου για την αποποινικοποίηση και ρύθμιση της αγοράς κάνναβης, καθώς η διαδικασία διαβούλευσης φέρνει στην επιφάνεια ένα ισχυρό μέτωπο αντίδρασης.
Παρά την πρόθεση των ομοσπονδιακών αρχών να τερματίσουν το καθεστώς της μαύρης αγοράς, τα καντόνια και μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό, προβάλλοντας ζητήματα κόστους, γραφειοκρατίας και δημόσιας υγείας.
Σύμφωνα με τα τρέχοντα στοιχεία του «Πανοράματος Εξαρτήσεων», η χρήση κάνναβης στην Ελβετία αποτελεί μια εκτεταμένη πραγματικότητα, με τους χρήστες να υπολογίζονται σε περισσότερους από 220.000.
Ο αριθμός αυτός υπερβαίνει τον συνολικό πληθυσμό του καντονιού Graubünden ή της πόλης της Βασιλείας (Basel) και αντιστοιχεί περίπου στο 4% του πληθυσμού.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι τουλάχιστον 50 τόνοι προϊόντος διακινούνται ετησίως εκτός οποιουδήποτε ρυθμιστικού ή φορολογικού πλαισίου, στερώντας από το κράτος σημαντικά έσοδα και αφήνοντας την ποιότητα ανεξέλεγκτη.
Αντίδραση από τα καντόνια και πολιτικά εμπόδια
Η πρόταση της Επιτροπής Υγείας, η οποία επεξεργαζόταν το σχέδιο επί σειρά ετών, στοχεύει στην «ξηρασία» της μαύρης αγοράς μέσω ελεγχόμενων σημείων πώλησης και φορολόγησης, προσβλέποντας σε ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους 430 εκατομμυρίων φράγκων. Ωστόσο, η υποδοχή από τις περιφερειακές κυβερνήσεις είναι ψυχρή.
Η κυβέρνηση της Λουκέρνης (Luzern) χαρακτηρίζει το σχέδιο «πολύπλοκο και δαπανηρό», ενώ η κυβέρνηση του Schwyz δηλώνει «θεμελιωδώς αντίθετη» σε οποιαδήποτε νομιμοποίηση.
Ακόμη και στη Βασιλεία, καταγράφονται επιφυλάξεις για τον σημαντικό διοικητικό φόρτο που θα επωμιστούν οι τοπικές αρχές.
Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, το κόμμα Mitte (Κέντρο) αναγνωρίζει μεν το κοινωνικό πρόβλημα, αλλά θεωρεί την προτεινόμενη νομιμοποίηση ως τη «λάθος λύση», εστιάζοντας σε κενά που αφορούν την προστασία των νέων και την εφαρμογή του νόμου.
Ακόμα πιο σκληρή είναι η στάση του SVP, το οποίο κάνει λόγο για ένα «ακριβό και αντιπαραγωγικό γραφειοκρατικό τέρας» που απειλεί την υγεία και τις επαγγελματικές προοπτικές των νέων.
Το κόμμα έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα προσφύγει σε δημοψήφισμα εάν προχωρήσει η νομοθεσία.
Η διαμάχη για την οικιακή καλλιέργεια
Ένα από τα πλέον ακανθώδη σημεία του νομοσχεδίου αφορά τη δυνατότητα ατομικής καλλιέργειας.
Η πρόταση επιτρέπει σε κάθε πολίτη την κατοχή έως τριών φυτών για προσωπική χρήση. Ωστόσο, η Ένωση Πόλεων εκφράζει σοβαρές ενστάσεις, υπολογίζοντας ότι τρία φυτά μπορούν να αποδώσουν από 600 γραμμάρια έως και 1,8 κιλό προϊόντος ετησίως ανά άτομο.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι μια τέτοια ποσότητα υπερβαίνει κατά πολύ την έννοια της ατομικής χρήσης και θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια νέα, ανεξέλεγκτη διακίνηση μεταξύ ενηλίκων.
Το καντόνι του Solothurn προτείνει τη μείωση του επιτρεπόμενου αριθμού φυτών, ώστε η παραγωγή να μην καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του χρήστη.
Το σκεπτικό είναι να παραμείνει αναγκαία η προσφυγή στα επίσημα σημεία πώλησης, όπου θα παρέχονται συμβουλές και έλεγχος.
Παρά τη γενική συμπάθεια προς την ιδέα της αποποινικοποίησης –σήμερα η χρήση τιμωρείται με πρόστιμο 100 φράγκων– οι λεπτομέρειες εφαρμογής προκαλούν τριβές, με ορισμένους να φοβούνται αύξηση της αστυνόμευσης αντί για μείωση.
Αναμονή για τα αποτελέσματα των πιλοτικών προγραμμάτων
Πέρα από τις τεχνικές και ηθικές ενστάσεις, τίθεται και ζήτημα χρονισμού. Αρκετά καντόνια επισημαίνουν ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη πιλοτικά προγράμματα σε διάφορες πόλεις της Ελβετίας, τα οποία σχεδιάστηκαν ακριβώς για να δείξουν τον βέλτιστο δρόμο ρύθμισης.
Οι επικριτές θεωρούν ότι η νομοθέτηση πριν από την ολοκλήρωση και αξιολόγηση αυτών των πειραμάτων προκαταλαμβάνει τα αποτελέσματα και οδηγεί σε βεβιασμένες αποφάσεις.
Η Επιτροπή καλείται τώρα να αξιολογήσει τον όγκο των αντιδράσεων πριν στείλει το τελικό κείμενο στο Κοινοβούλιο, γεγονός που μεταθέτει χρονικά την όποια οριστική εξέλιξη.
