Ελβετία – Τέλος έλαβε η συζήτηση για τη δημιουργία ενός νέου ταμείου αφιερωμένου στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς οι πολίτες καταψήφισαν μαζικά τη σχετική νομοθετική πρωτοβουλία.
Με ποσοστό απόρριψης που ξεπερνά το 70%, το εκλογικό σώμα επιβεβαίωσε τις δημοσκοπήσεις των προηγούμενων εβδομάδων, οι οποίες έδειχναν εξαρχής την αρνητική τάση.
Η πρόταση δεν κατάφερε να συγκεντρώσει ούτε την απαραίτητη πλειοψηφία των καντονίων, επισφραγίζοντας την πλήρη κατάρρευση του σχεδίου στο πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας.
Το αποτέλεσμα δεν προκάλεσε έκπληξη στους πολιτικούς αναλυτές, καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν αναπτύχθηκε ποτέ ένας ουσιαστικός και εκτενής δημόσιος διάλογος για το θέμα.
Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, ωστόσο, παραμένει ορατό στην καθημερινότητα της χώρας, η οποία θερμαίνεται με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Η υποχώρηση των παγετώνων και οι ραγδαίες μεταβολές στα πρότυπα των χιονοπτώσεων γίνονται ολοένα και πιο αισθητές στον πληθυσμό, ειδικά σε όσους δραστηριοποιούνται στις ορεινές περιοχές.
Παρά την αναγνώριση αυτών των περιβαλλοντικών προκλήσεων, το προτεινόμενο εργαλείο χρηματοδότησης θεωρήθηκε ακατάλληλο, με εκπροσώπους της αριστερής και οικολογικής πτέρυγας να προχωρούν σε αυτοκριτική μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Η ανάγκη για προστασία του φυσικού πλούτου δεν αμφισβητήθηκε στον πυρήνα της, αλλά ο τρόπος υλοποίησης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Στόχος της πρωτοβουλίας ήταν η επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών έως το 2050, ζητώντας από το ομοσπονδιακό κράτος να διαθέσει σημαντικά περισσότερους πόρους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της υπερθέρμανσης.
Το σχέδιο προέβλεπε ευρείες παρεμβάσεις, από τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, μέχρι την τεχνολογία δέσμευσης άνθρακα και την ενίσχυση της βιοποικιλότητας.
Επιπλέον, το ταμείο θα στήριζε την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού σε νέες, βιώσιμες τεχνολογίες.
Το δημοσιονομικό εμπόδιο και οι αντιδράσεις των κομμάτων
Το βασικότερο σημείο τριβής που οδήγησε στην καταψήφιση του μέτρου ήταν ο τρόπος χρηματοδότησης και η τεράστια επιβάρυνση του κρατικού κορβανά.
Το κείμενο της πρωτοβουλίας απαιτούσε την ετήσια καταβολή ενός ποσού που θα αντιστοιχούσε στο 0,5% έως 1% της συνολικής ελβετικής οικονομικής παραγωγής.
Σε απόλυτους αριθμούς, αυτό μεταφράζεται σε μια πάγια ετήσια δαπάνη ύψους δύο έως τεσσάρων δισεκατομμυρίων φράγκων για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση αναζητά τρόπους περικοπής εξόδων, το συγκεκριμένο ποσό κρίθηκε από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων ως εντελώς μη ρεαλιστικό.
Η ισχυρότερη αντίδραση προήλθε από την πρόβλεψη ότι τα νέα έξοδα θα έπρεπε, έστω και προσωρινά, να εξαιρεθούν από τον αυστηρό μηχανισμό ελέγχου του χρέους (Schuldenbremse).
Η παράκαμψη αυτού του δημοσιονομικού κανόνα αποτελεί εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα για την ελβετική πολιτική σκηνή, συσπειρώνοντας τον αστικό χώρο εναντίον της πρότασης.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και εκπρόσωποι των περισσότερων κομμάτων, με εξαίρεση το κόμμα EVP, τάχθηκαν ανοιχτά κατά της δημιουργίας του ταμείου, χαρακτηρίζοντας το εγχείρημα αναποτελεσματικό και υπερβολικά δαπανηρό.
Σύμφωνα με την επίσημη γραμμή της κυβέρνησης, τα καντόνια και οι δήμοι εργάζονται ήδη εντατικά για τους κλιματικούς στόχους του 2050, καθιστώντας περιττό έναν νέο, συγκεντρωτικό θεσμό.
Η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και η στάση των αποδήμων
Η πορεία της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες αλλαγές στο ελβετικό πολιτικό τοπίο τα τελευταία χρόνια.
Το σχέδιο κατατέθηκε αρχικά τον Σεπτέμβριο του 2022 από το κόμμα SP και τους Πράσινους, σε μια προσπάθεια να κεφαλαιοποιήσουν τη δυναμική της λεγόμενης οικολογικής στροφής που είχε κυριαρχήσει στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2019.
Ωστόσο, οι τρέχουσες συνθήκες υποδεικνύουν ότι οι προτεραιότητες έχουν μετατοπιστεί σημαντικά, καθώς η συνεχιζόμενη μάχη για την κατανομή των διαθέσιμων ομοσπονδιακών πόρων έχει περιορίσει τη διάθεση για νέες, μεγάλες περιβαλλοντικές δαπάνες.
Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο της ψηφοφορίας προέκυψε από την ανάλυση της συμπεριφοράς των Ελβετών που διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό.
Σε αντίθεση με το εσωτερικό της χώρας, η διασπορά απέρριψε το μέτρο με πολύ μικρότερη διαφορά, καταγράφοντας αρνητικό ποσοστό μόλις 51%.
Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση επιβεβαιώνει την πάγια τάση των αποδήμων να προσεγγίζουν με μεγαλύτερη ανοχή τα οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα σε σχέση με τους συμπατριώτες τους εντός των συνόρων.
Παρά την τελική απόρριψη, η έντονη παρουσία της κλιματικής αλλαγής στην πολιτική ατζέντα υποδηλώνει ότι τέτοιου είδους ζητήματα θα συνεχίσουν να απασχολούν τα μελλοντικά δημοψηφίσματα, αναγκάζοντας την πολιτική ηγεσία να αναζητήσει νέες, πιο ισορροπημένες λύσεις χρηματοδότησης.