Ελβετία – Σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο διπλωματικό και πολιτικό σταυροδρόμι βρίσκεται η χώρα, καθώς η συνεχιζόμενη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τις επιπτώσεις μιας κρίσης που αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής της ταυτότητας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τόσο τον ιστορικό της ρόλο ως προστάτιδας δύναμης όσο και το αδιαπραγμάτευτο δόγμα της ουδετερότητας.
Οι συνέπειες γίνονται ήδη αισθητές σε πολλαπλά επίπεδα, ξεκινώντας από τον εγκλωβισμό χιλιάδων πολιτών στη φλεγόμενη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Περισσότεροι από πέντε χιλιάδες διακόσιοι ταξιδιώτες παραμένουν ακινητοποιημένοι σε κομβικά σημεία διέλευσης, όπως το Abu Dhabi, η Doha και το Dubai, αναζητώντας απεγνωσμένα τρόπο ασφαλούς επιστροφής.
Ωστόσο, το αρμόδιο υπουργείο Εξωτερικών (EDA) ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να αναλάβει την ευθύνη του μαζικού επαναπατρισμού τους μέσω κρατικών πτήσεων.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση από την επικεφαλής της προξενικής διεύθυνσης, Marianne Jenni, οι εγκλωβισμένοι πολίτες καλούνται να επιδείξουν ατομική ευθύνη και να παραμείνουν στις τρέχουσες τοποθεσίες τους μέχρι να εξομαλυνθεί η κατάσταση.
Η συγκεκριμένη στάση έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό, με πολλούς να κατηγορούν τη Bern για έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, την ώρα που η πολιτική ηγεσία υπό τον Ignazio Cassis φαίνεται να ποντάρει αποκλειστικά σε μια γρήγορη αποκλιμάκωση του πολέμου.
Το διπλωματικό παράδοξο της εκπροσώπησης
Το πρώτο μεγάλο αδιέξοδο αφορά την ιστορική αποστολή της χώρας ως διπλωματικού διαμεσολαβητή στην περιοχή.
Από το χίλια εννιακόσια ογδόντα, το ελβετικό κράτος εκπροσωπεί επίσημα τα αμερικανικά συμφέροντα στο Ιράν, διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας μετά την πλήρη διακοπή των σχέσεων μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων κρατών.
Αν και η αποστολή αυτή χαρακτηρίζεται συχνά ως απλή διεκπεραίωση προξενικών υποθέσεων και ανταλλαγή μηνυμάτων, η έναρξη των εχθροπραξιών έχει πυροδοτήσει σφοδρές αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό.
Κορυφαία πολιτικά πρόσωπα, όπως ο πρώην πρόεδρος του κεντρώου χώρου, Gerhard Pfister, εκφράζουν την άποψη μέσω του Radio SRF ότι η διατήρηση αυτού του ρόλου καταλήγει να λειτουργεί εις βάρος του ίδιου του ιρανικού λαού.
Σε παρόμοιο αυστηρό ύφος, εκπρόσωποι της σοσιαλδημοκρατικής παράταξης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Franziska Roth, υποστηρίζουν ότι αυτή η διπλωματική υποχρέωση αποτελεί τη βασική αιτία για την υπερβολικά ήπια στάση του κράτους απέναντι στο καθεστώς της Τεχεράνης.
Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση είχε δεχθεί σκληρή και οργανωμένη κριτική όταν αρνήθηκε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις οικονομικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις βίαιες καταστολές των διαδηλώσεων τον περασμένο Ιανουάριο.
Παράλληλα, μέσα ενημέρωσης όπως η NZZ επισημαίνουν ότι το υπουργείο χρησιμοποιεί συχνά αυτές τις διπλωματικές υπηρεσίες ως βολική δικαιολογία για να αποφύγει τη λήψη σαφούς πολιτικής θέσης.
Το αρμόδιο διπλωματικό σώμα, από την πλευρά του, τηρεί στάση σιωπηλής αναμονής, αξιολογώντας αν μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος θα ακυρώσει την ανάγκη διαμεσολάβησης ή αν η επιδείνωση της σύγκρουσης θα την καταστήσει πιο επιτακτική από ποτέ, ιδίως υπό το πρίσμα των αντικρουόμενων μηνυμάτων από τον Donald Trump και την ισραηλινή ηγεσία.
Η πρόκληση της ουδετερότητας και οι εξαγωγές
Το δεύτερο, και ίσως πιο περίπλοκο, δίλημμα εστιάζεται στην παραδοσιακή αρχή της ουδετερότητας, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής υπόστασης.
Εάν οι πολεμικές επιχειρήσεις παραταθούν χρονικά ή επεκταθούν γεωγραφικά σε γειτονικά κράτη, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με την απόλυτη νομική υποχρέωση να εφαρμόσει αυστηρά το δίκαιο της ουδετερότητας έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να απαγορευτεί πλήρως η διέλευση αμερικανικών στρατιωτικών αεροσκαφών από τον εθνικό εναέριο χώρο, μια δραστική κίνηση που είχε εφαρμοστεί και στο παρελθόν, λίγο πριν από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
Προς το παρόν, πάντως, φαίνεται πως οι αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις αποφεύγουν αυτοβούλως τις πτήσεις πάνω από την περιοχή, μειώνοντας προσωρινά την πίεση προς τις τοπικές αρχές.
Το πιο ευαίσθητο σημείο της κρίσης, ωστόσο, εντοπίζεται στον εξαιρετικά προσοδοφόρο τομέα των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Η αυστηρή τήρηση της διεθνούς ουδετερότητας θα απαιτούσε την άμεση αναστολή κάθε εξαγωγής πολεμικού υλικού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αποτελούν μακράν τον δεύτερο μεγαλύτερο αγοραστή οπλικών συστημάτων μετά τη Γερμανία.
Ήδη, η Κρατική Γραμματεία Οικονομικών Υποθέσεων (SECO) εμφανίζεται να τηρεί μια ξεκάθαρη στάση επιφυλακτικότητας στις εγκρίσεις νέων συμβολαίων, ακολουθώντας ακριβώς την ίδια αυστηρή γραμμή που είχε επιβληθεί και στην περίπτωση της απαγόρευσης μεταπώλησης πυρομαχικών προς την εμπόλεμη Ουκρανία.
Μια τέτοια επίσημη απόφαση, ωστόσο, εγκυμονεί τον τεράστιο κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών διπλωματικών και εμπορικών τριβών με τον αμερικανό πρόεδρο.
Πολιτικές αναταράξεις στο εσωτερικό
Ενώ το αρμόδιο υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει επίσημα ότι η τρέχουσα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δεν πληροί ακόμη τις αυστηρές προϋποθέσεις για την πλήρη ενεργοποίηση του νόμου περί ουδετερότητας, κορυφαίοι ακαδημαϊκοί εκφράζουν διαμετρικά αντίθετη άποψη.
Ο καθηγητής διεθνούς δικαίου Robert Kolb τονίζει εμφατικά ότι η αυξημένη ένταση των στρατιωτικών συγκρούσεων επιβάλλει την άμεση και αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή των σχετικών νομικών δεσμεύσεων.
Όσο παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η πολιτική της διπλωματικής αδράνειας για την κυβέρνηση, μετατρέποντας τις διεθνείς πολεμικές εξελίξεις σε βασικό εργαλείο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι έντονες αυτές πιέσεις αναμένεται να επηρεάσουν καταλυτικά και την εγχώρια πολιτική σκηνή το αμέσως επόμενο διάστημα, ιδίως όσον αφορά την κρίσιμη συζήτηση για τη λαϊκή πρωτοβουλία περί ουδετερότητας που προωθεί ο βετεράνος πολιτικός Christoph Blocher.
Το κοινοβούλιο (Nationalrat) απέρριψε πρόσφατα με χαρακτηριστική ευκολία τόσο την αρχική πρόταση όσο και τις εναλλακτικές λύσεις, διαφωνώντας ανοιχτά με την άνω βουλή (Ständerat) που εμφανίστηκε πιο διαλλακτική στην επεξεργασία του κειμένου.
Η τελική μορφή του αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου θα κριθεί οριστικά κατά την εαρινή σύνοδο των οργάνων, με ορίζοντα το κρίσιμο εθνικό δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, αφήνοντας την πολιτική ηγεσία να ελπίζει σε μια ταχεία λήξη του πολέμου πριν οι πολίτες προσέλθουν στις κάλπες.