Ελβετία – Μια ιδιότυπη σχέση αγάπης και πρακτικής απόρριψης χαρακτηρίζει τη στάση των Ελβετών απέναντι στο φυσικό χρήμα, καθώς η χώρα οδεύει προς μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση.
Στις 8 Μαρτίου, οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για την πρωτοβουλία «Τα μετρητά είναι ελευθερία» (Bargeld ist Freiheit), καθώς και για την αντιπρόταση που κατέθεσαν η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο.
Το ζήτημα έχει λάβει διαστάσεις εθνικής συζήτησης, αναδεικνύοντας ένα σαφές χάσμα ανάμεσα στην ιδεολογική προσήλωση στο χαρτονόμισμα και την καθημερινή καταναλωτική συμπεριφορά.
Η πρωτοβουλία, της οποίας ηγείται ο Richard Koller, πρώην στέλεχος του κόμματος SVP, γεννήθηκε μέσα στις συνθήκες της πανδημίας, όταν η τηλεργασία και η κοινωνική αποστασιοποίηση έδωσαν τεράστια ώθηση στις ανέπαφες συναλλαγές.
Οι εμπνευστές της κίνησης υποστηρίζουν ότι τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα απειλούνται με σταδιακή εξαφάνιση και ζητούν συνταγματική κατοχύρωση ώστε το κράτος να διασφαλίζει ότι θα υπάρχουν πάντα σε επαρκείς ποσότητες.
Τα στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας και η πραγματική χρήση
Η ανησυχία για την εξαφάνιση των μετρητών δεν είναι αβάσιμη, αν και η εικόνα είναι σύνθετη. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Εθνικής Τράπεζας της Ελβετίας (SNB) για το 2024, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, σε ποσοστό που αγγίζει το 95%, επιθυμεί να παραμείνουν τα μετρητά διαθέσιμα ως μέσο πληρωμής.
Μάλιστα, το 68% δηλώνει την πρόθεση να συνεχίσει να τα χρησιμοποιεί στο μέλλον, ποσοστό που παρουσιάζει ελαφρά άνοδο σε σχέση με το 2022.
Ωστόσο, η πραγματικότητα στα ταμεία των καταστημάτων αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Ενώ το 2017 πάνω από το 70% των συναλλαγών πραγματοποιούνταν με μετρητά, επτά χρόνια αργότερα το ποσοστό αυτό έχει κατακρημνιστεί στο 30%.
Τη θέση του βασιλιά των πληρωμών έχουν καταλάβει οι χρεωστικές κάρτες (Debit cards) με μερίδιο 35%, ενώ ραγδαία άνοδο καταγράφουν οι εφαρμογές πληρωμών μέσω κινητού, όπως το Twint.
Κοινωνικός αποκλεισμός και το μάθημα της Σκανδιναβίας
Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή δεν είναι χωρίς παρενέργειες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση μετρητών παραμένει υψηλή κυρίως σε άτομα άνω των 55 ετών και σε πολίτες με χαμηλότερα εισοδήματα.
Αντιθέτως, στις ηλικίες 15-34 ετών και στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, η χρήση φυσικού χρήματος πέφτει κάτω από το 20%.
Αυτή η δημογραφική ανισορροπία ενισχύει το επιχείρημα των υποστηρικτών της πρωτοβουλίας ότι η πλήρης ψηφιοποίηση δημιουργεί συνθήκες αποκλεισμού για τους ηλικιωμένους και όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την τεχνολογία.
Παράλληλα, το βλέμμα των Ελβετών στρέφεται προς τον βορρά. Σουηδία και Νορβηγία, χώρες που πρωτοστάτησαν στην κατάργηση των μετρητών με το 90% των συναλλαγών να γίνονται ηλεκτρονικά, κάνουν πλέον στροφή.
Η σουηδική κυβέρνηση, υπό τον φόβο κυβερνοεπιθέσεων και γεωπολιτικών κινδύνων, συμβουλεύει πλέον τα νοικοκυριά να διατηρούν απόθεμα μετρητών στο σπίτι, αναγνωρίζοντας την αξία του φυσικού χρήματος ως δικλείδα ασφαλείας σε περιπτώσεις κρίσεων ή διακοπής ρεύματος.
Συρρίκνωση του δικτύου ΑΤΜ και πολιτικές προεκτάσεις
Ένα από τα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι θιασώτες των μετρητών είναι η μείωση των σημείων πρόσβασης.
Από το 2020, ο αριθμός των μηχανημάτων ανάληψης (ΑΤΜ) στην Ελβετία μειώθηκε από πάνω από 7.000 σε περίπου 6.000.
Η τάση αυτή αποδίδεται τόσο στο υψηλό κόστος συντήρησης για τις τράπεζες όσο και στον κίνδυνο ανατινάξεων των μηχανημάτων, που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Ενόψει της κάλπης της 8ης Μαρτίου, το πολιτικό κλίμα είναι υποτονικό. Η πρωτοβουλία του Koller, παρότι δημοφιλής σε επίπεδο αρχών, αντιμετωπίζει κριτική για λαϊκισμό, ενώ η κυβερνητική αντιπρόταση θεωρείται νομικά πιο δεσμευτική και ουδέτερη.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι και οι δύο προτάσεις ενδέχεται να εγκριθούν από τους ψηφοφόρους, με την αντιπρόταση να επικρατεί πιθανότατα στη διαδικασία της ερώτησης συμψηφισμού (stichfrage), επιβεβαιώνοντας την επιθυμία των Ελβετών να προστατεύσουν το αγαπημένο τους μέσο πληρωμής, ακόμα κι αν το χρησιμοποιούν όλο και λιγότερο.
