Βέρνη – Ένα ακόμα πλήγμα δέχεται η διεθνής εικόνα της Ελβετίας ως προτύπου διαφάνειας και χρηστής διοίκησης, καθώς η χώρα συνεχίζει την πτωτική της πορεία στον Παγκόσμιο Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς (CPI) της Transparency International.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η Ελβετία υποχώρησε εκ νέου στην κατάταξη, καταλαμβάνοντας πλέον την έκτη θέση, ισοβαθμώντας με τη Σουηδία, και συγκεντρώνοντας 80 από τους 100 βαθμούς.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά μέρος μιας ανησυχητικής τάσης. Μέσα στην τελευταία δεκαετία, η Ελβετία έχει απωλέσει συνολικά έξι βαθμούς στην κλίμακα αξιολόγησης.
Το μέγεθος της πτώσης γίνεται αισθητό αν συγκριθεί με τον μέσο όρο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες στο ίδιο χρονικό διάστημα κατέγραψαν απώλεια μόλις δύο βαθμών.
Το 2024, η χώρα βρισκόταν στην πέμπτη θέση με 81 βαθμούς, ωστόσο η φετινή αξιολόγηση επιβεβαιώνει τη διολίσθηση.
Αυξανόμενη ανοχή στη δωροδοκία
Ο Urs Thalmann, διευθυντής του ελβετικού τμήματος της Transparency International, επισημαίνει σοβαρές μεταβολές στην επιχειρηματική κουλτούρα της χώρας.
«Τα τελευταία δέκα χρόνια, το ποσοστό των Ελβετών επιχειρηματιών που περιγράφουν τη δωροδοκία δημοσίων λειτουργών ως κάτι το συνηθισμένο έχει αυξηθεί σημαντικά», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, μελέτες καταδεικνύουν μια σαφή αποδυνάμωση των θεσμών που είναι επιφορτισμένοι με την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Η συνισταμένη αυτών των παραγόντων οδηγεί στη βαθμολογική πτώση και υποδηλώνει ότι η προθυμία για εμπλοκή σε πρακτικές διαφθοράς έχει ενισχυθεί.
Στο διεθνές πλαίσιο, την κορυφή της λίστας με τις λιγότερο διεφθαρμένες χώρες καταλαμβάνει η Δανία (89 βαθμοί), ακολουθούμενη από τη Φινλανδία (88) και τη Σιγκαπούρη (84).
Η Ελβετία βρίσκεται πλέον πίσω και από τη Νορβηγία και τη Νέα Ζηλανδία (81 βαθμοί). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπερέχει σημαντικά έναντι των γειτονικών της χωρών: Η Γερμανία συγκέντρωσε 77 βαθμούς, η Αυστρία 69, η Γαλλία 66 και η Ιταλία 53.
Στον αντίποδα, ουραγόί της λίστας είναι το Νότιο Σουδάν, η Σομαλία και η Βενεζουέλα.
Το «τυφλό σημείο» των Καντονιών και των Δήμων
Η κριτική της Transparency International εστιάζει ιδιαίτερα στο εσωτερικό της ελβετικής διοίκησης, εντοπίζοντας σοβαρά κενά σε επίπεδο καντονιών και δήμων.
Η οργάνωση τονίζει ότι σε αυτά τα επίπεδα διοίκησης απουσιάζουν «σχεδόν ολοκληρωτικά» οι στρατηγικές καταπολέμησης της διαφθοράς.
Το ζήτημα είναι κρίσιμο, καθώς τα καντόνια διαχειρίζονται το 43% των δημοσίων δαπανών και οι δήμοι το 24%.
«Το δυναμικό για διαφθορά στον δημόσιο τομέα, και ειδικότερα για ευνοιοκρατία και συγκρούσεις συμφερόντων, είναι αντίστοιχα υψηλό σε αυτές τις βαθμίδες», υπογραμμίζει η έκθεση.
Ακόμη και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, παρά την ύπαρξη νέας στρατηγικής κατά της διαφθοράς, εντοπίζονται ελλείψεις.
Σύμφωνα με την οργάνωση, δεν υπάρχει πρόβλεψη για την ενίσχυση της διαφάνειας στο lobbying προς τη διοίκηση, ενώ απουσιάζει μια πραγματική Αρχή Καταπολέμησης της Διαφθοράς.
Αντ’ αυτής, λειτουργεί μια διυπουργική ομάδα εργασίας, η οποία όμως στερείται της απαραίτητης εξουσίας για την επιβολή των κανόνων.
Αντιδράσεις και κυβερνητικά μέτρα
Απαντώντας στην κριτική, η Διάσκεψη των Καντονιακών Κυβερνήσεων (KdK), δια της εκπροσώπου της Nicole Gysin, παραδέχθηκε την έλλειψη τυπικών στρατηγικών σε πολλές περιοχές, αλλά αρνήθηκε την απουσία μέτρων.
Όπως διευκρίνισε, πολλά καντόνια εφαρμόζουν κώδικες δεοντολογίας για τους υπαλλήλους, ενώ ορισμένα, όπως η Ζυρίχη, έχουν αναπτύξει ειδικές δομές κανονιστικής συμμόρφωσης (compliance).
Παράλληλα, υπάρχει τακτική ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των περιφερειών για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Από την πλευρά του, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών (EDA) δήλωσε ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα ευρήματα.
Στο πλαίσιο των διορθωτικών κινήσεων, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο έδωσε εντολή πριν από δύο εβδομάδες να εξεταστεί η θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιόδου αναμονής («ψυγείο» ή Karenzfrist) για ανώτατα στελέχη που μεταπηδούν από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και τρόποι ενίσχυσης της διαφάνειας στο lobbying.
