Ελβετία – Μια εξαιρετικά ευνοϊκή ρύθμιση για τον εμπορικό κόσμο της χώρας ανακοίνωσε η κεντρική κυβέρνηση, προχωρώντας σε δραστική μείωση του κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις που είχαν λάβει κρατική στήριξη κατά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης.
Από τις 31 Μαρτίου, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αναπροσαρμόζει προς τα κάτω τα επιτόκια για τα ειδικά δάνεια Covid-19, προσφέροντας μια σημαντική οικονομική ανάσα σε χιλιάδες επαγγελματίες που προσπαθούν να ορθοποδήσουν.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση εναρμονίζεται πλήρως με τις τρέχουσες νομισματικές συνθήκες και αναμένεται να διευκολύνει την ομαλή εξυπηρέτηση των συσσωρευμένων εταιρικών χρεών.
Βάσει των νέων κυβερνητικών κατευθύνσεων, για τις δανειακές συμβάσεις που δεν υπερβαίνουν το μισό εκατομμύριο φράγκα, το επιτόκιο μηδενίζεται πλήρως, καταργώντας την προηγούμενη επιβάρυνση του 0,25%.
Για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες έλαβαν ποσά άνω των 500.000 φράγκων, το επιτόκιο διαμορφώνεται πλέον στο 0,5%, σημειώνοντας αντίστοιχη πτώση από το 0,75% που ίσχυε τον τελευταίο χρόνο.
Η ετήσια αυτή αναθεώρηση προβλέπεται ρητά από τη νομοθεσία περί αλληλέγγυας εγγύησης και λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τις κινήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελβετίας (Schweizerische Nationalbank), η οποία διατηρεί το βασικό της επιτόκιο στο μηδέν ήδη από το καλοκαίρι του 2025.
Το παρασκήνιο της απόφασης και το όφελος για την αγορά
Εκπρόσωποι της κυβέρνησης διευκρίνισαν ότι η οριζόντια μείωση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες αντικατοπτρίζει απλώς τις γενικότερες εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Αυτή η αναπροσαρμογή λειτουργεί ξεκάθαρα υπέρ των δανειοληπτών, καθώς μειώνει αισθητά τα συνολικά έξοδα χρηματοδότησής τους σε μια περίοδο όπου η ρευστότητα παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
Την ίδια στιγμή, οι εμπορικές τράπεζες καλούνται να αποδεχθούν μια συμπίεση των περιθωρίων κέρδους τους, ωστόσο τα αρμόδια υπουργεία διαβεβαιώνουν ότι τα νέα, χαμηλότερα επιτόκια επαρκούν πλήρως για την κάλυψη του κόστους αναχρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το τεράστιο πρόγραμμα πιστωτικής επέκτασης είχε τεθεί σε εφαρμογή το 2020, με αποκλειστικό σκοπό να λειτουργήσει ως γέφυρα σωτηρίας για τις εταιρείες που αντιμετώπιζαν αιφνίδιο πρόβλημα ρευστότητας λόγω των αυστηρών περιοριστικών μέτρων.
Ο κρατικός μηχανισμός υπογραμμίζει πλέον ότι αυτά τα δάνεια εκτάκτου ανάγκης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μόνιμο κεφάλαιο κίνησης, τονίζοντας πως η ταχύτερη δυνατή εξόφλησή τους εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα των φορολογουμένων πολιτών που εγγυήθηκαν για τη διάσωση της αγοράς.
Το χρονοδιάγραμμα εξόφλησης και τα υπόλοιπα των οφειλών
Η συνολική εικόνα του προγράμματος παρουσιάζει σήμερα μια εντελώς διαφορετική μορφή σε σχέση με την εποχή της κορύφωσης της πανδημίας.
Από το αρχικό, ιλιγγιώδες ποσό των 16,9 δισεκατομμυρίων φράγκων που είχε διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία, το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο έχει περιοριστεί δραστικά στο 1,7 δισεκατομμύριο φράγκα.
Αυτή η θεαματική μείωση οφείλεται στις συνεπείς και σταδιακές αποσβέσεις που πραγματοποίησε η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων τα προηγούμενα χρόνια.
Το νομικό πλαίσιο ορίζει ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την πλήρη εκκαθάριση αυτών των κρατικά εγγυημένων χρεών.
Η καταληκτική ημερομηνία για την οριστική αποπληρωμή των πιστώσεων έχει οριστεί αυστηρά για το 2028.
Ωστόσο, ο νομοθέτης έχει προβλέψει μια ειδική ρήτρα προστασίας για τις επιχειρήσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αποδεδειγμένα σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, παρέχοντάς τους μια επιπλέον διετή περίοδο χάριτος, η οποία μεταθέτει την τελική προθεσμία έως το 2030, αποτρέποντας έτσι ενδεχόμενες μαζικές χρεοκοπίες την τελευταία στιγμή.