Ζυρίχη – Ένα παράδοξο φαινόμενο καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στην ελβετική μεγαλούπολη, καθώς η οξεία στεγαστική κρίση συνυπάρχει με δεκάδες ξενοίκιαστα νεόδμητα διαμερίσματα.
Παρά το γεγονός ότι η αναζήτηση προσιτής στέγης αποτελεί καθημερινό αγώνα για τους πολίτες, τα πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών αδυνατούν να προσελκύσουν ενοικιαστές επί σειρά μηνών, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην τοπική αγορά ακινήτων.
Η αντίφαση της κενής στέγης απέναντι στα ιστορικά χαμηλά διαθεσιμότητας
Η στεγαστική κρίση που μαστίζει την ελβετική αγορά τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για όσους αναζητούν κύρια κατοικία.
Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία καταγράφουν ένα σχεδόν μηδενικό ποσοστό κενών κατοικιών, το οποίο αγγίζει το ελάχιστο όριο του 0,1 τοις εκατό, επιβεβαιώνοντας τη σοβαρή έλλειψη διαθέσιμων χώρων διαβίωσης.
Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά πιεστικό περιβάλλον, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι επιλεγμένα συγκροτήματα υψηλών προδιαγραφών παραμένουν στα αζήτητα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυσαναλογίας εντοπίζεται στην περιοχή Oerlikon, όπου δεσπόζει το κτίριο Oerlikon One.
Το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο στο παρελθόν στέγαζε τις εγκαταστάσεις του Swissôtel, πέρασε στην ιδιοκτησία ενός επενδυτικού ταμείου ακινήτων που συνδέεται με την πρώην Credit Suisse.
Από το 2022 έως και τις αρχές του 2025, ο πύργος υποβλήθηκε σε εκτεταμένες εργασίες ριζικής ανακαίνισης και μετατροπής χρήσης.
Στη νέα του μορφή, οι χαμηλότεροι όροφοι διατηρούν την ξενοδοχειακή τους χρήση, ενώ τα ανώτερα επίπεδα έχουν διαμορφωθεί σε σύγχρονους χώρους κατοικίας.
Ωστόσο, η διαδικασία εξεύρεσης μισθωτών έχει συναντήσει σημαντικά εμπόδια.
Περισσότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη της καμπάνιας προώθησης, είκοσι από τα συνολικά εκατόν είκοσι τέσσερα διαμερίσματα παραμένουν κενά.
Η εξήγηση για αυτή τη στασιμότητα εντοπίζεται στο ύψος των ζητούμενων μισθωμάτων.
Για τη μίσθωση μιας κατοικίας τριάμισι δωματίων στον υψηλότερο όροφο του κτιρίου, ο ενδιαφερόμενος καλείται να καταβάλει το ποσό των 7.210 φράγκων σε μηνιαία βάση.
Παράλληλα, ακόμα και για μικρότερες ιδιοκτησίες δυόμισι δωματίων που βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα του ίδιου συγκροτήματος, το οικονομικό τίμημα ανέρχεται στα 3.400 φράγκα.
Νέα οικιστικά έργα αντιμέτωπα με τη στασιμότητα της αγοράς
Το φαινόμενο της μειωμένης απορρόφησης νεόδμητων διαμερισμάτων δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες αναπτυσσόμενες γειτονιές της πόλης.
Στην περιοχή Altstetten, η εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων Hiag υλοποίησε ένα φιλόδοξο κατασκευαστικό έργο, ανεγείροντας τον πύργο Alto.
Παρά τον σύγχρονο σχεδιασμό και την προνομιακή τοποθεσία, τα εμπορικά αποτελέσματα μέχρι στιγμής δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές προσδοκίες.
Οκτώ μήνες μετά την επίσημη έναρξη της διάθεσης των ακινήτων στην αγορά, είκοσι οκτώ από τα συνολικά εκατόν σαράντα εννέα διαμερίσματα δεν έχουν βρει ενοικιαστή.
Και σε αυτή την περίπτωση, το κόστος μίσθωσης λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συντριπτική πλειοψηφία των ενδιαφερομένων, καθώς ένα διαμέρισμα δυόμισι δωματίων στον εικοστό τρίτο όροφο του συγκροτήματος κοστολογείται στα 3.450 φράγκα μηνιαίως.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη δημοφιλή συνοικία Wiedikon, η οποία παραδοσιακά συγκεντρώνει υψηλή ζήτηση.
Σε ένα νεόδμητο οικιστικό έργο της περιοχής, δέκα μήνες μετά την πρεμιέρα της εμπορικής προώθησης, έντεκα από τις πενήντα τρεις διαθέσιμες κατοικίες παραμένουν ξενοίκιαστες.
Το ελάχιστο κόστος για την ενοικίαση μιας ευρύχωρης κατοικίας τεσσαράμισι δωματίων στο εν λόγω κτίριο έχει καθοριστεί στα 4.480 φράγκα.
Η συνεχιζόμενη προσφορά υπερτιμημένων ακινήτων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη στρατηγική των ιδιοκτητών και την ικανότητα της αγοράς να απορροφήσει τέτοιου είδους προϊόντα, την ώρα που το ευρύ κοινό αδυνατεί να καλύψει τις βασικές στεγαστικές του ανάγκες με λογικό κόστος.
Οι εκτιμήσεις των ειδικών για την πορεία των τιμών και τον αντίκτυπο
Η διστακτικότητα που παρατηρείται στο ανώτερο τμήμα της αγοράς ακινήτων ενδέχεται να σηματοδοτεί ευρύτερες ανακατατάξεις στον τομέα της στέγασης.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ελβετικού τύπου, συγκεκριμένα της εφημερίδας Tages-Anzeiger, η δυναμική των αυξήσεων στα μισθώματα παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης σε εθνικό επίπεδο κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων τριμήνων.
Στα διοικητικά όρια του καντονιού, μάλιστα, έχουν καταγραφεί μεμονωμένες περιπτώσεις όπου σημειώθηκε οριακή υποχώρηση των τιμών, υποδεικνύοντας ότι η προσφορά αρχίζει σταδιακά να υπερβαίνει τη ζήτηση στη συγκεκριμένη κατηγορία ακριβών ακινήτων.
Ωστόσο, οι αναλυτές της αγοράς παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς τα οφέλη που προκύπτουν για το ευρύ κοινό.
Οι απόψεις του κλάδου, όπως εκφράζονται μέσα από τις αναλύσεις του ειδικού σε θέματα κτηματαγοράς Donato Scognamiglio, ρίχνουν φως στην πραγματική διάσταση του προβλήματος.
Ο ειδικός φέρεται να διευκρινίζει πως η όποια δυστοκία στην ενοικίαση πολυτελών διαμερισμάτων δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ανακούφιση για τον μέσο μισθωτή.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, το γενικό επίπεδο των τιμών θα διατηρηθεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα εξαιτίας της δομικής έλλειψης χώρων, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο άμεσης εξομάλυνσης της κατάστασης.
Σε μια παραστατική παρομοίωση για να περιγράψει την κατάσταση, ο ίδιος εξηγεί πως η πτώση της ζήτησης για ακριβά ακίνητα μοιάζει με τη μείωση της τιμής σε ένα προϊόν πολυτελείας, όπως το χαβιάρι σε ένα κλειστό κλαμπ, γεγονός που αφήνει το βασικό πρόβλημα διαβίωσης των πολλών εντελώς ανεπηρέαστο.