Ελλάδα – Τη σαφή θέση ότι η γερμανική πλευρά δεν τηρεί ουδέτερη στάση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, λόγω της κοινής συμμετοχής της με την Ελλάδα και την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διατύπωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ.
Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Έλληνα ομόλογό του, Γιώργο Γεραπετρίτη, υπογραμμίστηκε η άμεση ανάγκη αποκλιμάκωσης στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και η επιτακτική συνέχιση της πίεσης προς τη Μόσχα για τον πόλεμο στην ουκρανική επικράτεια.
Η ευρωπαϊκή θέση για την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο
Η διπλωματική προσέγγιση της γερμανικής πλευράς αναδεικνύει την ισχυρή πρόθεση του Βερολίνου να λειτουργήσει υποστηρικτικά στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι η τρέχουσα περίοδος συνιστά μια κρίσιμη και ιστορική ευκαιρία για την επίλυση διαφορών που παρέμεναν σε τέλμα επί δεκαετίες.
Το ζήτημα της Κύπρου, το οποίο αποτελεί κεντρικό πυλώνα των διμερών και ευρωπαϊκών συζητήσεων, τέθηκε επί τάπητος, με ιδιαίτερη αναφορά στο ενδεχόμενο μελλοντικής υποψηφιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ.
Ο κύριος Βάντεφουλ υπενθύμισε ότι στο παρελθόν η ενσωμάτωση της Κύπρου στην ευρωπαϊκή οικογένεια είχε καλλιεργήσει προσδοκίες για οριστική διευθέτηση του προβλήματος, ωστόσο η πραγματικότητα απέδειξε ότι η κατάσταση κατέστη πιο περίπλοκη στο πέρασμα του χρόνου.
Υπό το πρίσμα αυτό, προκρίνεται πλέον η ανάγκη για διπλωματική ευελιξία και διερεύνηση νέων οδών που μέχρι πρότινος παρέμεναν κλειστές.
Η επίσημη γερμανική στάση καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποκόμιζε πολλαπλά οφέλη από την εδραίωση της σταθερότητας.
Επιπλέον, ξεκαθαρίστηκε ότι το Βερολίνο απορρίπτει κατηγορηματικά την έννοια της ουδετερότητας, επισημαίνοντας τον άρρηκτο κοινοτικό δεσμό με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Σε πλήρη ταύτιση, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επιβεβαίωσε την απόλυτη στήριξη της Αθήνας στις αποφάσεις της Λευκωσίας, τονίζοντας ότι η διαδικασία οποιασδήποτε διεύρυνσης αποτελεί καταλύτη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της διακρατικής αλληλεγγύης απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Ενεργειακές κυρώσεις και αυστηρό μήνυμα προς τη ρωσική πλευρά
Το δεύτερο σημαντικό σκέλος των συζητήσεων επικεντρώθηκε στις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και τις σοβαρές επιπτώσεις του πολέμου.
Ο κύριος Γεραπετρίτης έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με την πιθανότητα να επισκιαστεί η κρίση στην Ουκρανία από τις ραγδαίες εξελίξεις και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας καταδίκασε απερίφραστα τις ρωσικές επιθέσεις που θέτουν στο στόχαστρο άμαχους πολίτες και κρίσιμες εθνικές υποδομές.
Όπως επεσήμανε με έμφαση, η συνεχιζόμενη σύγκρουση αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μια απόλυτα ομόθυμη, σταθερή και σθεναρή στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα.
Ευθυγραμμισμένος με αυτή τη θέση, ο Γερμανός ομόλογός του υιοθέτησε ιδιαίτερα αυστηρή ρητορική, χαρακτηρίζοντας τη Ρωσία ως κερδοσκόπο της πολεμικής σύγκρουσης.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, τα αυξημένα έσοδα από τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου καταλήγουν απευθείας στη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επιτρέποντας στη Μόσχα να συνεχίζει απρόσκοπτα την επιθετική της στρατηγική.
Σε αυτό το πλαίσιο, αποκλείστηκε κατηγορηματικά κάθε ενδεχόμενο χαλάρωσης των υφιστάμενων ευρωπαϊκών κυρώσεων.
Αντιθέτως, υπογραμμίστηκε η κρισιμότητα διατήρησης της μέγιστης δυνατής πίεσης, με στοχευμένες ενέργειες για την πάταξη των πρακτικών αποφυγής των κυρώσεων, την άμεση εξουδετέρωση του σκιώδους εμπορικού στόλου και την αποτελεσματική ευρωπαϊκή θωράκιση έναντι των υβριδικών απειλών.