Βερολίνο – Μια απρόσμενη ανατροπή δεδομένων καταγράφεται στις συζητήσεις για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους στη Γερμανία. Ενώ παραδοσιακά η χώρα θεωρούνταν πρότυπο οργάνωσης, πλέον κοιτάζει προς τον Νότο και συγκεκριμένα προς την Ελλάδα, αναζητώντας λύσεις για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και την αύξηση της αποδοτικότητας των κοινωνικών παροχών. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η Bärbel Bas, η οποία έχει λάβει προτάσεις μεταρρύθμισης που αντικατοπτρίζουν τα πλεονεκτήματα του ελληνικού ψηφιακού μοντέλου.
Η σύγκριση των αριθμών είναι αποκαλυπτική και ταυτόχρονα οδυνηρή για το γερμανικό διοικητικό σύστημα. Η Ελλάδα, διαθέτοντας σημαντικά λιγότερους πόρους, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα πιο ευέλικτο και ανθεκτικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας. Ενδεικτικά, το 2024 η Ελλάδα δαπάνησε το 22,9% του ΑΕΠ της για κοινωνικές παροχές, ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (27,32%) και σαφώς μικρότερο από το 29,82% της Γερμανίας. Παρόλα αυτά, η αποτελεσματικότητα της διανομής αυτών των πόρων στην Ελλάδα κρίνεται πλέον ανώτερη, χάρη στην «έξυπνη» διαχείριση.
Το ψηφιακό όπλο του gov.gr και η ταχύτητα διεκπεραίωσης
Το μυστικό της ελληνικής επιτυχίας εντοπίζεται στην πλατφόρμα gov.gr. Η ψηφιοποίηση στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς τεχνική αναβάθμιση, αλλά εργαλείο επιβίωσης που σταμάτησε το «γραφειοκρατικό τέρας» των προηγούμενων δεκαετιών. Σήμερα, οι Έλληνες πολίτες υποβάλλουν αιτήσεις για το σύνολο σχεδόν των κοινωνικών παροχών μέσω μίας ενιαίας πύλης, χρησιμοποιώντας τους κωδικούς του Taxisnet. Η διαδικασία είναι τυποποιημένη, απλή και υποστηρίζεται πλέον από ψηφιακούς βοηθούς τεχνητής νοημοσύνης (mAigov).
Η διαφορά ταχύτητας είναι χαώδης. Μια αίτηση για στεγαστικό επίδομα στην Ελλάδα μπορεί να ολοκληρωθεί σε λιγότερο από τρία λεπτά. Το σύστημα αντλεί αυτόματα τα στοιχεία εισοδήματος, τα μέλη του νοικοκυριού και τα ηλεκτρονικά μισθωτήρια, χωρίς να απαιτείται από τον πολίτη να «ανεβάσει» ούτε ένα έγγραφο. Αντίθετα, στη Γερμανία, η αντίστοιχη διαδικασία μέσω της πύλης «gemeinsamonline.de» απαιτεί κατά μέσο όρο 60 λεπτά. Οι γερμανικές αρχές ζητούν σάρωση και αποστολή ταυτοτήτων, μισθωτηρίων, αποδείξεων πληρωμής ενοικίου τριών μηνών και αναλυτικά στοιχεία για κάθε μέλος της οικογένειας, δημιουργώντας έναν τεράστιο φόρτο εργασίας τόσο για τους αιτούντες όσο και για τους υπαλλήλους που ελέγχουν τα χαρτιά.
Υγεία και Συνταγογράφηση: Ένα χάσμα τεχνολογίας
Στον τομέα της υγείας, η σύγκριση είναι εξίσου συντριπτική. Στην Ελλάδα, η άυλη συνταγογράφηση λειτουργεί απρόσκοπτα μέσω ΑΜΚΑ, με τον ασθενή να λαμβάνει τη συνταγή στο κινητό του (SMS ή Email) χωρίς χαρτιά. Στη Γερμανία, οι γιατροί παλεύουν ακόμη με δυσλειτουργικά συστήματα ηλεκτρονικών συνταγών, καταφεύγοντας συχνά στο παραδοσιακό φαξ ή στην εκτύπωση χάρτινων συνταγών όταν το σύστημα «κολλάει». Επιπλέον, ενώ η Ελλάδα έχει ενοποιήσει τα ταμεία της στον e-EFKA, η Γερμανία διατηρεί κατακερματισμένο τοπίο με σχεδόν 100 διαφορετικά ταμεία υγείας, το καθένα με δική του εφαρμογή και διαδικασίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνικής ευελιξίας αποτελεί η πιστοποίηση αναπηρίας μετά από σοβαρά περιστατικά, όπως ένα έμφραγμα. Το ελληνικό σύστημα μπορεί να αναγνωρίσει προσωρινά την αναπηρία βάσει στατιστικών δεδομένων για ένα έτος, διευκολύνοντας άμεσα τον ασθενή. Στη Γερμανία, η αντίστοιχη διαδικασία για την έκδοση κάρτας αναπηρίας μπορεί να διαρκέσει έως και εννέα μήνες, ταλαιπωρώντας γιατρούς και ασθενείς με ατελείωτη χαρτούρα.
Σύνδεση φορολογίας και παροχών
Η ελληνική ψηφιοποίηση πέτυχε και κάτι που η Γερμανία ακόμη προσπαθεί να επιλύσει: τη διασύνδεση των παροχών με την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η υποχρεωτική ηλεκτρονική δήλωση των μισθωτηρίων συμβολαίων στην ΑΑΔΕ (ελληνική φορολογική αρχή) εξασφάλισε ότι επιδόματα στέγασης δίνονται μόνο για πραγματικές, δηλωμένες μισθώσεις. Το σύστημα «βλέπει» αυτόματα ποιος μένει πού, ποιο είναι το εισόδημά του και αν δικαιούται βοήθεια, εκδίδοντας την απόφαση έγκρισης ή απόρριψης ακαριαία, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση σε πρώτο στάδιο.
Τέλος, η Αθήνα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις και στο επίδομα ανεργίας για το 2026, εισάγοντας ένα κλιμακωτό σύστημα που ξεκινά από υψηλότερο ποσό (έως 1.300 ευρώ) και μειώνεται σταδιακά, δίνοντας κίνητρο για γρήγορη επανένταξη στην αγορά εργασίας. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συνδυάζει την κοινωνική προστασία με την εργασιακή ενεργοποίηση, κάτι που το Βερολίνο παρακολουθεί πλέον με μεγάλο ενδιαφέρον.
