Ελβετία – Μια θεμελιώδης σύγκρουση στο εσωτερικό του ελβετικού πολιτικού συστήματος επανέρχεται στο προσκήνιο, με αφορμή τις εντατικές διαπραγματεύσεις για τα νέα ευρωπαϊκά σύμφωνα.
Η αρχιτεκτονική της άμεσης δημοκρατίας δοκιμάζεται γύρω από τον κανόνα της διπλής πλειοψηφίας, εγείροντας το ερώτημα εάν οι συμβάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να τεθούν υπό την έγκριση αποκλειστικά του εκλογικού σώματος ή εάν θα απαιτηθεί ταυτόχρονα και η σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των καντονιών. Η τεχνική αυτή παράμετρος αναδεικνύει τις δομικές τριβές που προκαλεί η δυσανάλογη πολιτική ισχύς των μικρότερων περιφερειών, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συζήτηση προτάσεων ριζικής αναθεώρησης του συνταγματικού χάρτη που θα καθορίσουν το μέλλον των ψηφοφοριών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Μόλις 11,5 μικρά καντόνια, τα οποία εκπροσωπούν το 20% του πληθυσμού, διαθέτουν σήμερα τη δύναμη άσκησης βέτο.
- Οι κάτοικοι των πόλεων, οι νέοι και οι γυναίκες καταγράφονται ως οι μεγάλοι χαμένοι του ισχύοντος συστήματος σε περιπτώσεις διαφωνίας.
- Προτείνεται η υιοθέτηση του κανόνα της «ισχυρότερης πλειοψηφίας» για την αποφυγή των εκλογικών αδιεξόδων.
Η ένταση επικεντρώνεται στην παραδοσιακή ισορροπία μεταξύ της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων και της ομοσπονδιακής ισοτιμίας των κρατιδίων. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και οι υποστηρικτές των φιλοευρωπαϊκών προσεγγίσεων γνωρίζουν καλά πως οι πιθανότητες έγκρισης των συμφωνιών αυξάνονται κατακόρυφα εάν η τελική απόφαση εξαρτηθεί αποκλειστικά από τη λαϊκή ετυμηγορία. Αντιθέτως, οι πολιτικοί σχηματισμοί που αντιτίθενται στη σύγκλιση με τις Βρυξέλλες επιμένουν στην εφαρμογή του αυστηρού κανόνα της διπλής πλειοψηφίας, προσβλέποντας στη συγκράτηση της διαδικασίας από τα συντηρητικότερα τμήματα της υπαίθρου. Ο υπολογισμός αυτός μετατρέπει έναν συνταγματικό μηχανισμό προστασίας των μειοψηφιών σε εργαλείο στρατηγικού μπλοκαρίσματος, προκαλώντας βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό μέτωπο.
Πώς η δημογραφική αλλαγή οπλίζει τα μικρότερα καντόνια
Η λειτουργία της ελβετικής συνομοσπονδίας σχεδιάστηκε ιστορικά για να αποτρέπει την ηγεμονία των πολυπληθέστερων αστικών κέντρων, διασφαλίζοντας ισότιμη εκπροσώπηση στο επίπεδο των καντονιών. Ωστόσο, η σταδιακή αστικοποίηση και οι τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών από το μακρινό 1848 έχουν προκαλέσει δραματικές ανισορροπίες στην εκλογική βαρύτητα του κάθε πολίτη. Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Wolf Linder, η ανισομέρεια των γεωγραφικών μονάδων σε συνδυασμό με την ομοσπονδιακή δομή οδηγεί αναπόφευκτα σε μια εσκεμμένη υπερεκπροσώπηση των μικρών οντοτήτων, μετατοπίζοντας επικίνδυνα το κέντρο βάρους εις βάρος των καθαρών δημοκρατικών αρχών.
Η σημερινή πολιτική πραγματικότητα επιτρέπει σε έναν ελάχιστο αριθμό ψηφοφόρων να ελέγχει τη ροή της νομοθεσίας. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στις αναλύσεις, ο συνασπισμός μόλις 11,5 εκ των μικρότερων καντονιών αρκεί για να σχηματίσει πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Κρατών και να απορρίψει μια πρόταση, ακόμη κι αν η βούληση αυτών των κρατιδίων ταυτίζεται με μόλις το 20% των συνολικών ψηφοδελτίων. Αυτή η ανισορροπία επιβάλλει de facto ένα όριο ασφαλείας, αναγκάζοντας τους προτείνοντες μεταρρυθμίσεων να εξασφαλίζουν τεράστια ποσοστά αποδοχής στον γενικό πληθυσμό, συχνά μεταξύ 55% και 60%, προκειμένου να υπερκεράσουν την αρνητική ψήφο των αγροτικών περιοχών που τηρούν πάγια επιφυλακτική στάση απέναντι στην εξωτερική πολιτική.
Η λύση του Wolf Linder για το εκλογικό αδιέξοδο
Αντιμέτωπο με τη συνεχή αναπαραγωγή αυτών των αδιεξόδων, το ελβετικό πολιτικό σύστημα αναζητά διέξοδο μέσα από μελετημένες προτάσεις που δεν θα ισοπεδώνουν την ομοσπονδιακή παράδοση. Ο Wolf Linder υποστηρίζει πως η πλήρης κατάργηση της πλειοψηφίας των καντονιών, καθώς και του αντίστοιχου θεσμού της Άνω Βουλής, θα αποτελούσε λανθασμένη κίνηση, καθώς η συνοχή της χώρας στηρίζεται στον σεβασμό των διαφορετικών συνθηκών διαβίωσης. Αντιπροτείνει μια στοχευμένη συνταγματική τροποποίηση η οποία θα δίνει τέλος στον απόλυτο χαρακτήρα του βέτο, εισάγοντας ένα ευέλικτο κριτήριο βαρύτητας κατά τη διαδικασία καταμέτρησης των αποτελεσμάτων.
Η πρόταση βασίζεται σε μια απλή αρχή επίλυσης των συγκρούσεων: όταν η λαϊκή ετυμηγορία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ψήφο των καντονιών, επικρατεί το ποσοστό που καταγράφει τη μεγαλύτερη αριθμητική ισχύ. Για παράδειγμα, εάν ένα νομοσχέδιο περάσει από τη βάση με 51% υπέρ, αλλά τα καντόνια το απορρίψουν με το σαρωτικό 60% κατά, το αρνητικό αποτέλεσμα των καντονιών θα είναι το τελικό. Αυτή η δικλείδα ασφαλείας βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο των ακροάσεων που διοργάνωσε η αρμόδια Επιτροπή Κρατικής Πολιτικής, προκαλώντας το ενδιαφέρον νομικών και θεσμικών παραγόντων που αναζητούν τον συγκερασμό των δύο κόσμων χωρίς να προκαταλαμβάνουν ποιο κριτήριο – το δημοκρατικό ή το ομοσπονδιακό – θα κυριαρχήσει στην εκάστοτε αναμέτρηση.
Ποιοι ψηφοφόροι χάνουν από το ισχύον εκλογικό μοντέλο
Οι κοινωνιολογικές επιπτώσεις του σημερινού συστήματος της διπλής πλειοψηφίας έχουν μελετηθεί εκτενώς, καταδεικνύοντας σαφείς τάσεις ανισότητας στην εφαρμογή των πολιτικών. Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Adrian Vatter, ο υφιστάμενος μηχανισμός έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ουδέτερα, προκαλώντας σημαντικές παρενέργειες στον κοινωνικό ιστό. Κάθε φορά που σημειώνεται ρήξη μεταξύ της λαϊκής πλειοψηφίας και εκείνης των κρατιδίων, τα μεγάλα αστικά κέντρα βρίσκονται συστηματικά στη μεριά των ηττημένων, βλέποντας τις επιλογές τους να ακυρώνονται από περιοχές με μικρότερο πληθυσμιακό εκτόπισμα.
Το γεωγραφικό και δημογραφικό χάσμα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν εξετάζονται συγκεκριμένες ομάδες και περιοχές. Η Ρομανδία, το Τιτσίνο, αλλά και κρίσιμα κοινωνικά στρώματα όπως η νεολαία και οι γυναίκες, υπερφαλαγγίζονται τακτικά κατά τη διαδικασία καταμέτρησης σε επίπεδο κρατιδίων. Ιστορικά παραδείγματα, όπως η ψηφοφορία για την πρωτοβουλία εταιρικής υπευθυνότητας του 2020 ή η νομοθεσία για το άσυλο το 2002, αποδεικνύουν πως τα αποτελέσματα των εθνικών καλπών μπορούν να ανατραπούν πλήρως, στερώντας το δικαίωμα της τελικής επιλογής από εκατομμύρια ψηφοφόρους που βλέπουν τις θέσεις τους να μπλοκάρονται συστηματικά πίσω από τις κλειστές πόρτες των συνταγματικών προδιαγραφών.