Κολωνία – Μια ιστορική αλλαγή δεδομένων έρχεται από τον προσεχή Ιούλιο για εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται ετησίως τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, καθώς η ελεύθερη πρόσβαση στο εμβληματικότερο μνημείο της περιοχής λαμβάνει τέλος.
Η διοίκηση του Kölner Dom αποφάσισε να επιβάλει για πρώτη φορά υποχρεωτικό αντίτιμο εισόδου, μεταβάλλοντας μια παράδοση αιώνων που ήθελε τον ναό ανοιχτό και δωρεάν για κάθε επισκέπτη.
Το νέο καθεστώς θα εφαρμοστεί αυστηρά εκτός των ωρών που τελούνται οι επίσημες θρησκευτικές λειτουργίες, διαχωρίζοντας πλέον τους πιστούς από το αμιγώς τουριστικό κοινό.
Η ακριβής τιμολογιακή πολιτική και το ύψος του εισιτηρίου δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί επίσημα από τους αρμόδιους φορείς, ωστόσο η σχετική ενημέρωση αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον.
Οι ιθύνοντες έχουν ήδη προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο μιας αισθητής μείωσης της επισκεψιμότητας, καθώς η μετάβαση από τη δωρεάν περιήγηση στην πληρωμένη είσοδο αναπόφευκτα θα αποθαρρύνει μια μερίδα των περαστικών.
Παρά ταύτα, το μέτρο κρίθηκε απολύτως επιβεβλημένο για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του τεράστιου οικοδομήματος.
Η ριζική αυτή απόφαση δεν ελήφθη εν μία νυκτί, αλλά αποτελεί το επιστέγασμα μιας διήμερης κλειστής συνεδρίασης του Domkapitel.
Στο επίκεντρο των εντατικών διαβουλεύσεων βρέθηκε αποκλειστικά το δυσεπίλυτο ζήτημα της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης, με στόχο να βρεθεί μια μόνιμη λύση για τη συντήρηση, την καθημερινή φροντίδα και την απρόσκοπτη λειτουργία του μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς στις επόμενες δεκαετίες.
Τα οικονομικά αδιέξοδα και η εξάντληση των διαθέσιμων πόρων
Ο βασικός πυρήνας του προβλήματος εντοπίζεται στη δραματική αύξηση των λειτουργικών εξόδων σε συνδυασμό με τη σταδιακή μείωση των παραδοσιακών πηγών εσόδων.
Το Erzbistum Köln βρίσκεται αντιμέτωπο με μια συνεχή συρρίκνωση του αριθμού των εγγεγραμμένων πιστών, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντική απώλεια εσόδων από την εκκλησιαστική φορολογία.
Την ίδια στιγμή, η μισθοδοσία για τους περίπου εκατόν εβδομήντα μόνιμους υπαλλήλους που απασχολούνται αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις έχει αυξηθεί κατακόρυφα λόγω των πληθωριστικών πιέσεων.
Η ετήσια οικονομική εξίσωση για τη συντήρηση του κτιρίου είναι εξαιρετικά απαιτητική και βασίζεται σε ένα σύνθετο μείγμα επιδοτήσεων.
Περίπου τέσσερα κόμμα δύο εκατομμύρια ευρώ προέρχονται κάθε χρόνο από τον ειδικό φορέα Zentraler Dombauverein, ενώ επιπλέον τέσσερα κόμμα επτά εκατομμύρια διαθέτει η ίδια η αρχιεπισκοπή.
Το υπόλοιπο ποσό καλύπτεται παραδοσιακά από κρατικές επιχορηγήσεις του κρατιδίου και ιδιωτικές δωρεές, οι οποίες όμως δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν τις διογκωμένες ανάγκες των αναστηλωτικών έργων.
Οι προηγούμενες προσπάθειες για την ενίσχυση των ταμείων, όπως η πρόσφατη αναπροσαρμογή προς τα πάνω των τιμών για την ανάβαση στον πύργο και την επίσκεψη στο θησαυροφυλάκιο (Domschatzkammer), αποδείχθηκαν τελικά ανεπαρκείς.
Ακόμη και οι περικοπές στο ωράριο λειτουργίας της κεντρικής πύλης, με σκοπό την εξοικονόμηση εργατοωρών από το προσωπικό ασφαλείας, δεν κατάφεραν να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό της τρέχουσας χρονιάς.
Η αλλαγή στρατηγικής απέναντι στα διεθνή πρότυπα
Η επιβολή του εισιτηρίου σηματοδοτεί μια ιστορική στροφή στην πάγια ιδεολογική γραμμή του Domkapitel, το οποίο μέχρι πρότινος απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για εμπορευματοποίηση της εισόδου.
Το κυρίαρχο αφήγημα υποστήριζε με θέρμη ότι ένας ιερός χώρος λατρείας οφείλει να παραμένει ανοιχτός και προσβάσιμος σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως της οικονομικής τους επιφάνειας.
Ωστόσο, η αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα ανάγκασε τους υπευθύνους να αναθεωρήσουν τη στάση τους.
Η νέα πολιτική έρχεται ουσιαστικά να εναρμονίσει το μνημείο με τα δεδομένα που ισχύουν ήδη σε πολλές άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις.
Η καταβολή εισιτηρίου για την τουριστική περιήγηση σε καθεδρικούς ναούς θεωρείται απόλυτα φυσιολογική πρακτική σε πόλεις όπως το Βερολίνο και το Μιλάνο, όπου τα έσοδα διατίθενται αποκλειστικά για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η διαχείριση των δηλώσεων και οι τοπικές αντιδράσεις
Ο επικεφαλής του ναού, Guido Assmann, επιβεβαίωσε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης την κρισιμότητα της κατάστασης, αποδίδοντας μεγάλο μέρος της οικονομικής στενότητας στις παρατεταμένες επιπτώσεις της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης.
Όπως εξήγησε, η περίοδος της πανδημίας λειτούργησε ως καταλύτης, εξανεμίζοντας πλήρως τα όποια αποθεματικά κεφάλαια υπήρχαν στα ταμεία για την κάλυψη έκτακτων λειτουργικών αναγκών.
Από την πλευρά της γειτονικής πόλης του Άαχεν, ο ομόλογός του Rolf-Peter Cremer εξέφρασε την απόλυτη κατανόησή του για τα δραστικά μέτρα που αναγκάστηκε να λάβει η αρχιεπισκοπή.
Ο ίδιος παραδέχτηκε πως η διαχείριση ενός τόσο ογκώδους μνημείου αποτελεί έναν διαρκή οικονομικό εφιάλτη, αν και ξεκαθάρισε πως ο δικός τους καθεδρικός ναός, παρά το ένα κόμμα τρία εκατομμύρια επισκεπτών ετησίως, θα συνεχίσει προσρος το παρόν να λειτουργεί χωρίς αντίτιμο εισόδου.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του γερμανικού τύπου, η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει την είδηση με συγκρατημένη κατανόηση.
Οι πολίτες αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα των εσόδων για τα συνεχή έργα αποκατάστασης, ωστόσο εκφράζουν την έντονη επιθυμία τους το κόστος να παραμείνει σε λογικά πλαίσια.
Ειδικότερα, τονίζεται η ανάγκη να υπάρξει ειδική πρόβλεψη με εκπτωτικά πακέτα για τις οικογένειες, τους φοιτητές και τους μαθητές, ώστε το μνημείο να μην μετατραπεί σε απρόσιτο αξιοθέατο για τα χαμηλότερα εισοδήματα.