Γερμανία – Σοβαρά ερωτηματικά για τη διαχείριση των κρατικών πόρων και την πορεία των μεγάλων έργων υποδομής εγείρονται ακριβώς έναν χρόνο μετά την ιστορική έγκριση του Ειδικού Ταμείου για τις Υποδομές και την Κλιματική Ουδετερότητα (Sondervermögen für Infrastruktur und Klimaneutralität).
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την αξιοποίηση πεντακοσίων δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, την ενεργειακή θωράκιση και τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, τα νεότερα δεδομένα από κορυφαίους οικονομικούς θεσμούς δείχνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Οι ελπίδες για μια ριζική ανανέωση των δικτύων μεταφορών, των σχολικών κτιρίων και των νοσοκομειακών μονάδων φαίνεται να διαψεύδονται, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών κεφαλαίων δεν κατευθύνεται σε νέες, παραγωγικές επενδύσεις.
Η τρέχουσα πολιτική ηγεσία δέχεται πλέον έντονες επικρίσεις για τον τρόπο που ανακατανέμει αυτά τα κονδύλια, προκαλώντας ανησυχία στους πολίτες και τις επιχειρήσεις που ανέμεναν άμεσα πρακτικά οφέλη στην καθημερινότητά τους από την αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών.
Η απόκλιση μεταξύ σχεδιασμού και πραγματικών επενδύσεων
Οι τελευταίες αναλύσεις από το Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας (Institut der deutschen Wirtschaft – IW) με έδρα την Κολωνία και το Ινστιτούτο ifo (ifo-Institut) στο Μόναχο αποκαλύπτουν μια τεράστια απόκλιση από τους αρχικούς στόχους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ινστιτούτου της Κολωνίας, το ογδόντα έξι τοις εκατό των πόρων κατά το προηγούμενο έτος διατέθηκε για σκοπούς εντελώς διαφορετικούς από τους αρχικά προβλεπόμενους.
Ακόμη πιο απαισιόδοξη είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο ερευνητικός φορέας του Μονάχου, ο οποίος εντοπίζει ότι το ενενήντα πέντε τοις εκατό του νέου χρέους δεν αξιοποιήθηκε για την ενίσχυση των υποδομών.
Η ανάληψη χρέους αυξήθηκε κατά είκοσι τέσσερα κόμμα τρία δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά οι πραγματικές κρατικές επενδύσεις σημείωσαν άνοδο μόλις κατά ένα κόμμα τρία δισεκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Ο επικεφαλής του ifo, Clemens Fuest, επισημαίνει εμμέσως την απογοήτευσή του για την πρακτική του κράτους να χρησιμοποιεί τα δανεικά κεφάλαια κυρίως για την κάλυψη δημοσιονομικών κενών, τονίζοντας τη σοβαρότητα του προβλήματος για τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα.
Παράλληλα, ο ερευνητής του IW, Tobias Hentze, παρατηρεί ότι η ευκαιρία για την επίλυση του χρόνιου επενδυτικού ελλείμματος παραμένει μέχρι στιγμής ανεκμετάλλευτη.
Ο μηχανισμός μετατόπισης εξόδων και οι δημοσιονομικές πρακτικές
Η μέθοδος που φαίνεται να ακολουθείται συστηματικά αφορά τη μετατόπιση δαπανών από τον τακτικό προϋπολογισμό προς το δανειοδοτούμενο ειδικό ταμείο.
Όπως εξηγεί η ειδική του ifo, Emilie Höslinger, ο πυρήνας του προβλήματος εστιάζεται στη μείωση των επενδυτικών ποσών του κεντρικού κρατικού κορβανά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επιδοτήσεις στον τομέα των μεταφορών.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των κονδυλίων του ταμείου να μην αποτελεί νέα, πρόσθετη επένδυση, αλλά απλή υποκατάσταση παλαιότερων υποχρεώσεων.
Παράλληλα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι συνολικές επενδυτικές δαπάνες, בניכוι των καθαρών οικονομικών συναλλαγών, έφτασαν περίπου τα εβδομήντα ένα δισεκατομμύρια ευρώ.
Η αύξηση των δύο δισεκατομμυρίων ευρώ ουσιαστικά απορροφήθηκε πλήρως από τον πληθωρισμό. Επιπλέον, δώδεκα δισεκατομμύρια ευρώ αξιοποιήθηκαν για να αντικαταστήσουν τακτικές δαπάνες.
Ένα ενδεικτικό στοιχείο είναι η χρηματοδότηση τρεχόντων λειτουργικών εξόδων των νοσοκομείων, τα οποία δικαιολογήθηκαν ως κόστος άμεσης μετασχηματιστικής προσαρμογής.
Η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών καθίσταται εμφανής, καθώς η ομοσπονδιακή διακυβέρνηση απέτυχε να πιάσει το όριο του δέκα τοις εκατό στις επενδύσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό, καταγράφοντας μόλις οκτώ κόμμα επτά τοις εκατό.
Ο αναλυτής Max Lay υποδεικνύει ότι η μοναδική διέξοδος για την εξομάλυνση της κατάστασης περνά μέσα από τη ριζική αύξηση των επενδύσεων στον βασικό προϋπολογισμό της χώρας.
Αντιδράσεις κοινωνικών φορέων και καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό
Οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση των σωστών ποσών έχουν προκαλέσει την έντονη δυσαρέσκεια μεγάλων κοινωνικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων.
Φορείς όπως η Συμμαχία για το Κλίμα (Klima-Allianz Deutschland), το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση και η οργάνωση Caritas διαπιστώνουν απόλυτη στασιμότητα στην κλιματική αναβάθμιση της χώρας.
Η εκπρόσωπος της Συμμαχίας για το Κλίμα, Stefanie Langkamp, εκφράζει τον προβληματισμό της για το γεγονός ότι οι διαθέσιμοι πόροι για την προστασία του περιβάλλοντος βαίνουν μειούμενοι για το τρέχον έτος.
Από την πλευρά της κοινωνικής πρόνοιας, ο Friedrich von Schönfeld της Caritas εστιάζει στην εγκατάλειψη κρίσιμων κτιριακών υποδομών.
Υπολογίζεται ότι περίπου εκατό χιλιάδες κτίρια, μεταξύ των οποίων παιδικοί σταθμοί, νοσηλευτικά ιδρύματα και δομές φροντίδας, στερούνται της απαραίτητης ενεργειακής αναβάθμισης.
Η εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων θέρμανσης, μόνωσης και ηλιακών πάνελ θα μπορούσε όχι μόνο να μειώσει τα λειτουργικά έξοδα των ιδρυμάτων, αλλά και να τονώσει τον εγχώριο κατασκευαστικό κλάδο.
Οι εκπρόσωποι των φορέων καλούν τη νέα κυβέρνηση να τηρήσει το νομικό πλαίσιο του ταμείου, το οποίο είχε υπερψηφιστεί στις αρχές του προηγούμενου έτους με ευρεία κοινοβουλευτική συναίνεση, και ζητούν την άμεση δημιουργία ενός στοχευμένου προγράμματος υποστήριξης για τα κτίρια κοινωφελούς χαρακτήρα, ώστε να διασφαλιστεί το πραγματικό όφελος για την κοινωνία.