Μόναχο – Σκηνές πρωτοφανούς ταλαιπωρίας εκτυλίχθηκαν στον διεθνή αερολιμένα της βαυαρικής πρωτεύουσας, όταν εξακόσιοι περίπου ταξιδιώτες αναγκάστηκαν να περάσουν ολόκληρη τη νύχτα εγκλωβισμένοι μέσα σε αεροσκάφη.
Η αδυναμία αποβίβασης από έξι συνολικά πτήσεις, οι οποίες παρέμειναν ακινητοποιημένες στον διάδρομο προσγείωσης, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των επιβατών και την άμεση παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας του κρατιδίου για την αναζήτηση ευθυνών.
Σύμφωνα με τις επίσημες διευκρινίσεις της διαχειρίστριας αρχής του αερολιμένα, το περιστατικό αφορούσε συνολικά έξι πτήσεις, εκ των οποίων οι πέντε ανήκαν στον όμιλο της Lufthansa και η μία στην Air Arabia.
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την αναχώρηση των αεροσκαφών παρά τον αυστηρό κανονισμό νυχτερινών πτήσεων που ισχύει στο Μόναχο μεταξύ τα μεσάνυχτα και τις πέντε το πρωί.
Για την εξυπηρέτηση της αυξημένης κίνησης, είχε εξασφαλιστεί ειδική άδεια από το αρμόδιο υπουργείο μεταφορών, η οποία επέτρεπε την απογείωση των συγκεκριμένων δρομολογίων έως τη μία τα ξημερώματα.
Ωστόσο, οι ακραίες καιρικές συνθήκες ανέτρεψαν πλήρως τον προγραμματισμό. Η σφοδρή πτώση υγρού χιονιού προκάλεσε δραματική αύξηση στον απαιτούμενο χρόνο για την αποπαγοποίηση των αεροσκαφών, ενώ ταυτόχρονα κατέστησε αναγκαίο το προσωρινό κλείσιμο των διαδρόμων προσγείωσης και απογείωσης προκειμένου να πραγματοποιηθεί εκχιονισμός.
Αυτές οι καθυστερήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να εκπνεύσει το χρονικό περιθώριο της μίας τα ξημερώματα, αναγκάζοντας τα αεροπλάνα, τα οποία βρίσκονταν ήδη στους τροχιοδρόμους, να διακόψουν τη διαδικασία αναχώρησης και να παραμείνουν στο έδαφος.
Το επικοινωνιακό κενό και η απουσία μέσων μεταφοράς
Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω όταν διαπιστώθηκε πως όλοι οι διαθέσιμοι χώροι στάθμευσης στους αεροσταθμούς (terminals) ήταν ήδη κατειλημμένοι από άλλα αεροσκάφη.
Η συγκεκριμένη συνθήκη υποχρέωσε τις έξι πτήσεις να παραμείνουν ακινητοποιημένες στις απομακρυσμένες θέσεις τους στον διάδρομο.
Σε αυτό το σημείο, καταγράφηκε μια σοβαρή δυσλειτουργία στην εσωτερική οργάνωση του αεροδρομίου, καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα άμεσης αποβίβασης και μεταφοράς των επιβατών στους κλειστούς χώρους των εγκαταστάσεων.
Η εκπρόσωπος του αεροδρομίου απέδωσε την καθυστέρηση στο προχωρημένο της ώρας και σε σημαντικά ελλείμματα στην επικοινωνία, τα οποία οδήγησαν σε σοβαρό περιορισμό των διαθέσιμων λεωφορείων πίστας.
Μέχρι στιγμής, η διοίκηση αποφεύγει να αποσαφηνίσει τη φύση αυτών των επικοινωνιακών κενών, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα στον γερμανικό τύπο σχετικά με το αν απουσίαζαν οι οδηγοί λόγω λήξης της βάρδιάς τους ή αν υπήρξε καθυστέρηση στην ενημέρωση των κεντρικών γραφείων.
Παρά την πολύωρη αναμονή, οι αρχές υπογραμμίζουν πως δεν προέκυψε κανένας κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα των εγκλωβισμένων.
Οι συνθήκες εντός των αεροσκαφών και η διαχείριση της κρίσης
Η παραμονή των εξακοσίων ατόμων στις καμπίνες κατά τη διάρκεια της νύχτας προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, με ορισμένους επιβάτες να καταγγέλλουν ελλείψεις σε βασικά είδη, όπως επαρκή τρόφιμα και κουβέρτες.
Η διοίκηση του αεροδρομίου προχώρησε σε ρητή συγγνώμη, αναγνωρίζοντας πως η κατάσταση που διαμορφώθηκε εκείνο το βράδυ ήταν εξαιρετικά δυσχερής και δύσκολα κατανοητή για το ταξιδιωτικό κοινό.
Εκπρόσωποι της Lufthansa, από την πλευρά τους, τόνισαν πως τα πληρώματα κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συνεχή ενημέρωση των επιβατών, παρέχοντας τα διαθέσιμα αποθέματα τροφοδοσίας του αεροσκάφους.
Η αεροπορική εταιρεία διαβεβαίωσε επίσης πως όλα τα αεροπλάνα διέθεταν σταθερή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και πλήρη λειτουργία των συστημάτων θέρμανσης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Σε νεότερη τοποθέτησή της, η Lufthansa αναθεώρησε την αρχική, πιο ήπια στάση της, χαρακτηρίζοντας πλέον τις συνθήκες ως μη αποδεκτές και ζητώντας επίσημα συγγνώμη από τους πελάτες της.
Η εταιρεία δεσμεύτηκε να επικοινωνήσει με όλους τους πληγέντες επιβάτες, προαναγγέλλοντας την καταβολή των αντίστοιχων οικονομικών αποζημιώσεων για την ταλαιπωρία που υπέστησαν.
Νομικές προεκτάσεις και παρέμβαση της κρατιδιακής κυβέρνησης
Το πρωτοφανές περιστατικό δεν άφησε αδιάφορες τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, αν και η αστυνομική διεύθυνση του αεροδρομίου διευκρίνισε πως δεν έχουν κατατεθεί μέχρι στιγμής επίσημες μηνύσεις από την πλευρά των επιβατών.
Παρόλα αυτά, οι αστυνομικές αρχές συντάσσουν αναλυτική αναφορά η οποία θα διαβιβαστεί στην αρμόδια εισαγγελία της πόλης Landshut για περαιτέρω νομική αξιολόγηση.
Νομικοί κύκλοι, όπως οι δικηγόροι Adam Ahmed και Raban Funk, επισημαίνουν πως στοιχεία όπως η παράνομη κατακράτηση δεν υφίστανται, ωστόσο το αδίκημα της παράλειψης παροχής βοήθειας θα μπορούσε να εξεταστεί εάν είχαν σημειωθεί επείγοντα ιατρικά περιστατικά, κάτι που δεν προκύπτει από τα τρέχοντα δεδομένα.
Σε πολιτικό επίπεδο, η αντίδραση υπήρξε άμεση και αυστηρή. Ο υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας και επικεφαλής του εποπτικού συμβουλίου του αεροδρομίου, Albert Füracker, χαρακτήρισε την κατάσταση απαράδεκτη, δίνοντας εντολή για άμεση και σε βάθος διερεύνηση των αιτιών.
Ο ίδιος απαίτησε την υποβολή μιας λεπτομερούς αναφοράς από τη διοίκηση του αεροδρομίου, η οποία θα χαρτογραφεί την αλυσίδα των σφαλμάτων και τα κενά στους διαύλους επικοινωνίας, ζητώντας παράλληλα την εκπόνηση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής που θα αποτρέψει κατηγορηματικά την επανάληψη παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον.