Στουτγάρδη – Μια σημαντική αύξηση στην αλληλεγγύη της τελευταίας στιγμής καταγράφηκε στα νοσοκομεία της νοτιοδυτικής Γερμανίας, καθώς ο αριθμός των πολιτών που προχώρησαν σε δωρεά οργάνων στη Βάδη-Βυρτεμβέργη παρουσίασε ανοδική τάση κατά το προηγούμενο έτος. Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία που τοποθετούν το κρατίδιο πάνω από τον εθνικό μέσο όρο, το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης παραμένει αγεφύρωτο, αφήνοντας εκατοντάδες ασθενείς σε καθεστώς αναμονής.
Η Βάδη-Βυρτεμβέργη πάνω από τον ομοσπονδιακό πήχη
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Γερμανικό Ίδρυμα Μεταμοσχεύσεων Οργάνων (DSO), στη Βάδη-Βυρτεμβέργη καταγράφηκαν συνολικά 154 δότες εντός του 2025. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε μια αναλογία 13,7 δοτών ανά εκατομμύριο κατοίκων, επίδοση που ξεπερνά αισθητά τον πανγερμανικό μέσο όρο.
Η συγκριτική ανάλυση με τα προηγούμενα έτη επιβεβαιώνει τη θετική τάση, καθώς το 2024 οι δότες ήταν 132, ενώ το 2023 είχαν φτάσει τους 137. Σε εθνικό επίπεδο, η Γερμανία μέτρησε συνολικά 985 δότες, διαμορφώνοντας τον σχετικό δείκτη στο 11,8 ανά εκατομμύριο πληθυσμού.
Η σκληρή αριθμητική της λίστας αναμονής
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται η πραγματική μάχη για τη ζωή. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, δωρήθηκαν μεταθανάτια 462 όργανα στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, σημειώνοντας μικρή αύξηση σε σχέση με τη διετία που προηγήθηκε. Από αυτά, κατέστη δυνατή η μεταμόσχευση 441 οργάνων σε λήπτες που τα είχαν ανάγκη.
Ωστόσο, η προσφορά αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει τις πιεστικές ανάγκες. Στη λίστα αναμονής του κρατιδίου βρίσκονταν το 2025 συνολικά 884 άνθρωποι, οι οποίοι εξακολουθούν να ελπίζουν σε ένα μόσχευμα που θα τους χαρίσει ξανά ποιότητα ζωής ή θα τους σώσει από τον θάνατο. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το DSO επισημαίνει ότι τα διαθέσιμα όργανα δεν αρκούν για την κάλυψη όλων των ασθενών που βρίσκονται σε αναμονή.
Επιστροφή στη συζήτηση για την «αυτόματη συναίνεση»
Η συνεχιζόμενη έλλειψη μοσχευμάτων επαναφέρει στο προσκήνιο τον πολιτικό διάλογο για αλλαγή του νομικού πλαισίου. Το DSO χαιρέτισε το γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία συζητά εκ νέου την εφαρμογή της λεγόμενης «λύσης της αντίρρησης» (Widerspruchslösung).
Βάσει αυτού του μοντέλου, κάθε πολίτης θα θεωρείται αυτομάτως δνητικός δωρητής οργάνων, εκτός εάν έχει δηλώσει ρητά την αντίθεσή του όσο βρίσκεται εν ζωή. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ισχύον καθεστώς της «λύσης της συναίνεσης» (Zustimmungslösung), όπου απαιτείται η ενεργή συγκατάθεση του δότη ή των συγγενών του για να προχωρήσει η διαδικασία.
