Με μια σκληρή πραγματικότητα έρχεται αντιμέτωπη η Γερμανία κατά την έναρξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, καθώς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) δημοσιοποίησε την επικαιροποιημένη έκθεσή του για τις παγκόσμιες προοπτικές (World Economic Outlook).
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού: ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιταχύνουν χάρη στην τεχνολογική έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, η γερμανική οικονομία, παρά τα προγράμματα στήριξης, δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους παγκόσμιους ρυθμούς.
Η παγκόσμια οικονομία αποδεικνύεται ανθεκτική, ωστόσο η Γερμανία φαίνεται να χάνει έδαφος, μετατρέποντας τον ρόλο της από ατμομηχανή της Ευρώπης σε τροχοπέδη της ανάπτυξης. Το μήνυμα των αριθμών είναι σαφές: Για το 2026, το ΔΝΤ προβλέπει μια σταθερή παγκόσμια ανάπτυξη της τάξεως του 3,3%, ποσοστό που αποτελεί μια ελαφρά ανοδική αναθεώρηση σε σχέση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις. Ωστόσο, η δυναμική εντοπίζεται εκτός γερμανικών συνόρων.
Συγκεκριμένα, για τις ΗΠΑ οι οικονομολόγοι αναμένουν ισχυρή ανάπτυξη 2,4% (αναθεωρημένη προς τα πάνω κατά 0,3 μονάδες). Στον αντίποδα, για τη Γερμανία το Ταμείο προβλέπει μια αναιμική ανάπτυξη μόλις 1,1%. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια ελαφρά βελτίωση της πρόβλεψης, το δεδομένο παραμένει: η γερμανική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό μικρότερο από το ήμισυ του αμερικανικού.
Η τεχνολογία ως καταλύτης της ανισότητας
Ο καθοριστικός παράγοντας πίσω από αυτή την απόκλιση εντοπίζεται στον τεχνολογικό τομέα. Ένα παγκόσμιο κύμα επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) δίνει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα, ωστόσο τα οφέλη καρπώνονται κυρίως οι τεχνολογικοί πρωτοπόροι στις ΗΠΑ και την Ασία. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, μόνο οι επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας ενίσχυσαν την ανάπτυξη των ΗΠΑ κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στα τρία πρώτα τρίμηνα του 2025. Αντιθέτως, η Γερμανία κινδυνεύει να χάσει την επαφή με αυτή τη βιομηχανική επανάσταση.
Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζεται έντονα στα χρηματιστήρια. Οι λεγόμενοι «Magnificent 7» (μεταξύ των οποίων η Nvidia, η Microsoft και η Apple) έχουν τετραπλασιάσει την αξία των μετοχών τους από τα τέλη του 2022, προσελκύοντας μαζικά κεφάλαια. Πλέον, οι ΗΠΑ διαθέτουν 16 από τις 20 πολυτιμότερες εταιρείες παγκοσμίως. Η Γερμανία εκπροσωπείται στο Top 100 μόνο με δύο ομίλους, τη SAP και τη Siemens. Ενώ οι ΗΠΑ κεφαλαιοποιούν τις τεχνολογίες του μέλλοντος, η Γερμανία παραμένει δέσμια παλαιών δομικών αδυναμιών: απαρχαιωμένες υποδομές, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και αργή ψηφιοποίηση.
Γεωπολιτικές πιέσεις και εσωτερικές προκλήσεις
Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά τις συνέπειες του Brexit, φαίνεται να επωφελείται περισσότερο από τις τεχνολογικές επενδύσεις σε σύγκριση με τη Γερμανία. Το ΔΝΤ προειδοποιεί μεν για κινδύνους, όπως μια πιθανή φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης, ωστόσο στην παρούσα φάση τα πλεονεκτήματα γέρνουν υπέρ της αμερικανικής οικονομίας. Την ίδια ώρα, η Γερμανία δέχεται πλήγμα από το γεωπολιτικό περιβάλλον, καθώς ο αυξανόμενος προστατευτισμός και οι εμπορικές συγκρούσεις επηρεάζουν άμεσα το εξαγωγικό της μοντέλο.
Το συμπέρασμα από το Νταβός είναι μάλλον απογοητευτικό για το Βερολίνο. Αν και οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι από την Bundesbank, παραμένουν πιο επιφυλακτικοί από τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία ποντάρει στην εσωτερική ανάπτυξη μέσω της αύξησης των μισθών. Ωστόσο, η ελπίδα από μόνη της δεν αρκεί για να κλείσει το χάσμα που χωρίζει τη γερμανική οικονομία από την αμερικανική.
