Σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς απόκτησης άδειας οδήγησης στη Γερμανία δρομολογούνται το επόμενο διάστημα, με κύριο στόχο τη μείωση του απαγορευτικού πλέον κόστους για τους νέους οδηγούς. Μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών βρίσκεται στα σκαριά, καθώς το μέσο κόστος για ένα δίπλωμα κατηγορίας Β έχει εκτοξευθεί στα 3.400 ευρώ, ποσό που καθιστά την οδήγηση «πολυτέλεια» για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Το σχέδιο που παρουσίασε ο Patrick Schnieder (CDU) εστιάζει στον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης μέσω της ψηφιοποίησης και της χρήσης τεχνολογίας, με στόχο την ελάφρυνση του οικονομικού βάρους. Στο επίκεντρο της πρότασης βρίσκεται η εισαγωγή περισσότερων ωρών εκπαίδευσης σε προσομοιωτές οδήγησης, οι οποίες θα αντικαταστήσουν μέρος των πραγματικών ωρών στο τιμόνι, μειώνοντας έτσι τα λειτουργικά έξοδα. Παράλληλα, εξετάζεται η μείωση των υποχρεωτικών ειδικών διαδρομών, όπως η οδήγηση σε αυτοκινητόδρομο, στο πλαίσιο της απλοποίησης της διαδικασίας.
Η βασική αρχή που διέπει την πρωτοβουλία συνοψίζεται στη φράση του Patrick Schnieder πως «η κινητικότητα δεν πρέπει να είναι προνόμιο». Ωστόσο, η ανακοίνωση των προθέσεων έχει προκαλέσει μια απρόβλεπτη παρενέργεια στην αγορά: οι υποψήφιοι οδηγοί τηρούν στάση αναμονής.
Φόβοι για λουκέτα στις σχολές και το πρόβλημα των εξετάσεων
Οι ενώσεις εκπαιδευτών οδήγησης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς παρατηρείται κάθετη πτώση στις νέες εγγραφές από το περασμένο φθινόπωρο, όταν και γνωστοποιήθηκαν οι προτάσεις. Πολλοί νέοι αναβάλλουν την έναρξη των μαθημάτων ελπίζοντας σε άμεση μείωση των τιμών, γεγονός που απειλεί τη βιωσιμότητα των σχολών. Ο κλάδος προειδοποιεί ότι αν συνεχιστεί αυτή η τάση, θα υπάρξουν μειώσεις ωραρίων (Kurzarbeit) ή ακόμη και πτωχεύσεις επιχειρήσεων.
Από την πλευρά του, ο Patrick Schnieder συμβουλεύει τους ενδιαφερόμενους να μην καθυστερούν την εκπαίδευσή τους, καθώς το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής παραμένει ασαφές. Για την υλοποίηση της μεταρρύθμισης απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των ομόσπονδων κρατιδίων, ενώ η νομοθετική διαδικασία αναμένεται να ξεκινήσει εντός του έτους, χωρίς εγγυημένη ημερομηνία ολοκλήρωσης.
Πέρα από το κόστος, ένα ακόμα σοβαρό ζήτημα που επιβαρύνει τους υποψηφίους είναι τα υψηλά ποσοστά αποτυχίας στις θεωρητικές εξετάσεις. Ο σύνδεσμος TÜV κατέγραψε αρνητικό ρεκόρ για το 2023, με το 49% των υποψηφίων άνω των 18 ετών να αποτυγχάνει στην πρώτη προσπάθεια. Συνολικά, το ποσοστό αποτυχίας το 2024 άγγιξε το 45%, σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2014. Το γεγονός αυτό αυξάνει περαιτέρω το τελικό κόστος, καθώς κάθε επαναληπτική εξέταση συνεπάγεται νέα παράβολα, καθιστώντας την ανάγκη για μεταρρύθμιση ακόμη πιο επιτακτική.
