Βερολίνο – Σε μια εξαιρετικά σημαντική μεταρρύθμιση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει ριζικά το πολύπλοκο τοπίο των δημοσίων συμβάσεων σε ολόκληρη τη χώρα προχωρά ο κυβερνητικός συνασπισμός, εισάγοντας νέους και σημαντικά αυστηρότερους κανόνες για την ανάθεση των μεγάλων κρατικών έργων. Ο νέος νόμος περί διασφάλισης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, γνωστός στο γερμανικό νομικό πλαίσιο ως Tariftreuegesetz, θέτει πλέον ως απαράβατο και υποχρεωτικό όρο την αυστηρή τήρηση των προβλεπόμενων μισθολογικών κλιμακίων από όλες τις εταιρείες που επιθυμούν να αναλάβουν προσοδοφόρα ομοσπονδιακά έργα.
Η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία στοχεύει, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, στην οριστική εξάλειψη του φαινομένου του αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των επιχειρήσεων που διατηρούν υψηλότερα λειτουργικά κόστη, ακριβώς επειδή προσφέρουν υψηλότερες και διασφαλισμένες αποδοχές στο υπαλληλικό τους προσωπικό. Η Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) αναμένεται να θέσει το κρίσιμο αυτό ζήτημα σε εκτενή κοινοβουλευτική συζήτηση κατά τη διάρκεια της σημερινής ημέρας, προχωρώντας στη συνέχεια στην τελική ψηφοφορία που θα σφραγίσει την πολιτική συμφωνία η οποία επιτεύχθηκε έπειτα από μακρές διαβουλεύσεις μεταξύ των κομμάτων της κυβέρνησης.
Το συγκεκριμένο μέτρο αποτελούσε εξ αρχής έναν από τους κεντρικούς πυλώνες των πολιτικών διεκδίκησεων, εστιάζοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα σε κομβικούς τομείς της οικονομίας, όπως είναι οι ευρείας κλίμακας κατασκευές και η παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών προς το κράτος. Παράλληλα, διευκρινίζεται ρητά από τους αρμόδιους φορείς ότι από το νέο και αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο θα εξαιρούνται πλήρως οι κρατικές προμήθειες που αφορούν αποκλειστικά παραδόσεις υλικών αγαθών, οχημάτων, καθώς και ειδικού τεχνικού εξοπλισμού, αφήνοντας ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επενδύσεων υπό τη σκέπη των νέων κανονισμών.
Ασφυκτικός έλεγχος και πλήρης ευθύνη για τους υπεργολάβους
Οι νέες ρυθμίσεις που εισάγει η νομοθεσία επιβάλλουν ένα εξαιρετικά απαιτητικό και αυστηρό πλαίσιο ελέγχου, το οποίο αγγίζει πλέον ολόκληρη την αλυσίδα των υπεργολάβων που εμπλέκονται στην υλοποίηση ενός έργου. Ειδικότερα, ο εκάστοτε βασικός ανάδοχος ενός δημοσίου έργου θα φέρει εφεξής την απόλυτη και πλήρη νομική ευθύνη για τη διασφάλιση του γεγονότος ότι όλοι οι συνεργάτες και οι υπεργολάβοι του καταβάλλουν ανελλιπώς τις προβλεπόμενες από τον νόμο αμοιβές στους εργαζομένους τους.
Το συγκεκριμένο μέτρο της εγγυοδοτικής ευθύνης δημιουργεί τεράστιες πρακτικές και διοικητικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, καθώς απαιτεί από τις κεντρικές ανάδοχες εταιρείες να ελέγχουν ενδελεχώς και σε συνεχή βάση την ακριβή μισθολογική κατάταξη, καθώς και τις μηνιαίες πληρωμές κάθε μεμονωμένου υπαλλήλου που απασχολείται στο έργο, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άμεσος εργοδότης του.
Η πρωτοφανής πολυπλοκότητα αυτής της ελεγκτικής διαδικασίας ξεπερνά κατά πολύ τους συνήθεις και καθιερωμένους ελέγχους για την απλή τήρηση του κατώτατου μισθού, μεταφέροντας ουσιαστικά έναν κολοσσιαίο ελεγκτικό φόρτο εξ ολοκλήρου στις πλάτες του ιδιωτικού τομέα. Η ασφυκτική αυτή υποχρέωση θεωρείται ήδη από πολλούς αναλυτές της αγοράς ως ένα σχεδόν ανυπέρβλητο και δυσβάσταχτο εμπόδιο, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες κατά κανόνα στερούνται των απαραίτητων διοικητικών πόρων και της κατάλληλης υποδομής για να φέρουν εις πέρας έναν τόσο εκτεταμένο εσωτερικό έλεγχο.
Θύελλα αντιδράσεων και ανησυχιών από τον επιχειρηματικό κόσμο
Οι εκπρόσωποι της γερμανικής βαριάς βιομηχανίας και των εργοδοτικών οργανώσεων εκφράζουν ήδη την έντονη και απρόκαλυπτη δυσαρέσκειά τους για τις εξελίξεις, κάνοντας ανοιχτά λόγο για την έλευση ενός νέου και δυσκίνητου γραφειοκρατικού βάρους που απειλεί άμεσα την εύρυθμη και ανταγωνιστική λειτουργία της εγχώριας αγοράς.
Ο Tim-Oliver Müller, επικεφαλής του Συνδέσμου Κατασκευαστικής Βιομηχανίας (Bauindustrie-Verband), σημείωσε στο πλαίσιο σχετικών δημοσιογραφικών τοποθετήσεων ότι, παρά τη θετική και κοινά αποδεκτή πρόθεση να ενισχυθούν οικονομικά οι εργαζόμενοι μέσω των δημοσίων συμβάσεων, η νέα νομοθετική απαίτηση για καθολικό και αδιάλειπτο έλεγχο όλων των υπεργολάβων ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του πρακτικά εφικτού. Ο ίδιος περιέγραψε το εν λόγω μέτρο ως εξαιρετικά δυσανάλογο και πρακτικά ανεφάρμοστο για τη συντριπτική πλειοψηφία των εταιρειών του κλάδου που δραστηριοποιούνται στα δημόσια έργα. Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινείται και η επίσημη τοποθέτηση από την Ομοσπονδία Ενώσεων Γερμανών Εργοδοτών (BDA).
Ο γενικός διευθυντής της συγκεκριμένης οργάνωσης, Steffen Kampeter, υπογράμμισε, σύμφωνα με τα όσα μεταδίδει ο γερμανικός Τύπος, ότι η βίαιη επιβολή τέτοιου είδους υποχρεωτικών όρων συνιστά μια εντελώς αδικαιολόγητη και επικίνδυνη κρατική παρέμβαση στην εγγυημένη αυτονομία των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την αιχμηρή κριτική των κορυφαίων εργοδοτικών φορέων, το αυστηρά αναθεωρημένο νομοσχέδιο, αντί να εκσυγχρονίσει και να απλοποιήσει το σύστημα των συμβάσεων, ορθώνει εν τέλει νέα απροσπέλαστα εμπόδια, εγκλωβίζοντας τις παραγωγικές επιχειρήσεις της χώρας σε έναν ατελείωτο κυκεώνα νέων και εξουθενωτικών γραφειοκρατικών απαιτήσεων.
Το πολιτικό παρασκήνιο και τα επόμενα βήματα εφαρμογής
Η προώθηση του συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου αποτελεί τον καρπό μακροχρόνιων και συχνά επίπονων πολιτικών ζυμώσεων εντός των κυβερνητικών κλιμακίων, αντανακλώντας τη διαρκή προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων και την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Ο κυβερνητικός συνασπισμός, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, προέταξε την ανάγκη για άμεση εξυγίανση του καθεστώτος των δημοσίων συμβάσεων, παρά τις ισχυρές πιέσεις που ασκήθηκαν από τα βιομηχανικά λόμπι της πρωτεύουσας.
Η τελική μορφή του νομοσχεδίου αποτελεί ουσιαστικά έναν συμβιβασμό, ο οποίος ωστόσο κλίνει σαφώς υπέρ της δημιουργίας ενός στενού ελεγκτικού μηχανισμού που δεν αφήνει περιθώρια ελαστικότητας στους παραδοσιακούς επιχειρηματικούς ομίλους. Καθώς η Ομοσπονδιακή Βουλή προετοιμάζεται να δώσει το τελικό πράσινο φως για την εφαρμογή των νέων διατάξεων, η προσοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών στρέφεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες θα κληθούν να εποπτεύσουν την τήρηση της νομοθεσίας.
Οι νομικές υπηρεσίες των μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών βρίσκονται ήδη σε πλήρη εγρήγορση, προκειμένου να προσαρμόσουν άμεσα τα εσωτερικά τους συστήματα ελέγχου και να αποφύγουν τον κίνδυνο αποκλεισμού τους από τους επικείμενους, εξαιρετικά κερδοφόρους κρατικούς διαγωνισμούς. Το επόμενο κρίσιμο διάστημα αναμένεται να αναδείξει στην πράξη εάν οι υποδομές του κρατικού μηχανισμού και του ιδιωτικού τομέα μπορούν να αντέξουν το βάρος αυτού του νέου και αμφιλεγόμενου ρυθμιστικού πλαισίου.