Μία από τις σημαντικότερες οικονομικές και περιβαλλοντικές αποφάσεις των τελευταίων ετών καλούνται να λάβουν οι Ελβετοί πολίτες στις 8 Μαρτίου, καθώς προσέρχονται στις κάλπες για να αποφασίσουν επί της «Πρωτοβουλίας για το Ταμείο Κλίματος».
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η πρόταση των Σοσιαλδημοκρατών (SP) και των Πρασίνων (Grüne) για τη δέσμευση τεράστιων κρατικών πόρων υπέρ της κλιματικής προστασίας, ύψους έως και οκτώ δισεκατομμυρίων φράγκων ετησίως.
Η πρωτοβουλία, η οποία φέρει τον επίσημο τίτλο «Για μια δίκαιη ενεργειακή και κλιματική πολιτική», ζητά από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση να επενδύει κάθε χρόνο ποσοστό από 0,5% έως 1% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στον τομέα της πράσινης μετάβασης.
Με βάση τα οικονομικά δεδομένα του 2024, το ποσό αυτό μεταφράζεται σε τέσσερα έως οκτώ δισεκατομμύρια φράγκα τον χρόνο.
Βασική επιδίωξη των εμπνευστών της πρότασης είναι η εξαίρεση αυτών των δαπανών από τον συνταγματικό κανόνα του «φρένου χρέους» (Schuldenbremse), ώστε να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση χωρίς περικοπές σε άλλους τομείς.
Επενδύσεις και ανακαινίσεις χωρίς νέους φόρους
Σύμφωνα με το κείμενο της πρωτοβουλίας, τα κεφάλαια του ταμείου προορίζονται για την επιτάχυνση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων με σύγχρονες αντλίες θερμότητας, καθώς και την ενίσχυση κλιματικά ουδέτερων τεχνολογιών.
Παράλληλα, προβλέπεται η χρηματοδότηση προγραμμάτων κατάρτισης για το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά και η στήριξη της βιοποικιλότητας και της βιώσιμης κινητικότητας.
Οι πόροι θα διοχετεύονται τόσο σε ομοσπονδιακά έργα όσο και σε καντόνια, δήμους ή τρίτους φορείς, μέσω άμεσων επιχορηγήσεων, χαμηλότοκων δανείων και εγγυήσεων.
Οι υποστηρικτές τονίζουν ότι η χρηματοδότηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή νέων φόρων.
Το στρατόπεδο του «Ναι», στο οποίο συμμετέχουν επίσης το Ευαγγελικό Κόμμα (EVP), τα συνδικάτα, η νεολαία των Πρασίνων Φιλελεύθερων (GLP) και ακαδημαϊκοί από τα πολυτεχνεία της Ζυρίχης (ETH) και της Λωζάνης (EPFL), υποστηρίζει ότι το μέτρο είναι μονόδρομος για την επίτευξη του στόχου «Netto-Null» έως το 2050.
Επικαλούμενοι στοιχεία της κυβέρνησης, οι εισηγητές προειδοποιούν ότι η αδράνεια θα μπορούσε να κοστίσει στη χώρα έως και 34 δισεκατομμύρια φράγκα ετησίως μέχρι το 2060.
Η πρόεδρος των Πρασίνων, Lisa Mazzone, χαρακτηρίζει την πρόταση ως μια συνθήκη τριπλού οφέλους που προστατεύει το κλίμα, βελτιώνει την ποιότητα ζωής και δημιουργεί οικονομικές προοπτικές.
Σκληρή κόντρα για το κόστος και το χρέος
Στον αντίποδα, τα αστικά κόμματα – το Κέντρο (Mitte), οι Φιλελεύθεροι (FDP) και το Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP) – καθώς και επιχειρηματικοί φορείς όπως η Economiesuisse, απορρίπτουν κατηγορηματικά το σχέδιο.
Η βασική τους ένσταση εστιάζει στον οικονομικό αντίκτυπο, με τους πολέμιους της πρωτοβουλίας να κάνουν λόγο για «Ταμείο Χρέους» που θα εκτοξεύσει τον δανεισμό κατά δέκα δισεκατομμύρια φράγκα τον χρόνο.
Η Economiesuisse προειδοποιεί ότι το κόστος θα κυλήσει τελικά στους πολίτες, επιβαρύνοντας κάθε νοικοκυριό με έως και 3.000 φράγκα, ενώ εναλλακτικά θα απαιτηθούν σκληρά μέτρα λιτότητας στην ασφάλεια και την παιδεία.
Την αντίθεσή του έχει εκφράσει και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), με τον Υπουργό Περιβάλλοντος Albert Rösti να καλεί τους πολίτες να καταψηφίσουν την πρόταση.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελβετία διαθέτει ήδη επαρκείς πόρους, επενδύοντας ετησίως περίπου δύο δισεκατομμύρια φράγκα για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική προστασία, καθώς και επιπλέον 600 εκατομμύρια για τη βιοποικιλότητα.
Σύμφωνα με την επίσημη κυβερνητική θέση, η αποδοχή της πρωτοβουλίας εγκυμονεί κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά και θα μπορούσε να οδηγήσει σε φορολογικές αυξήσεις.
