Ελβετία – Σε ρυθμούς έντονης προεκλογικής αντιπαράθεσης κινείται η χώρα, καθώς ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος προετοιμάζεται για το κρίσιμο δημοψήφισμα της 14ης Ιουνίου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αμφιλεγόμενη λαϊκή πρωτοβουλία του κόμματος SVP, η οποία στοχεύει στον αυστηρό περιορισμό της πληθυσμιακής ανάπτυξης, θέτοντας ως ανώτατο όριο τα δέκα εκατομμύρια κατοίκους.
Η κινητοποίηση όσων αντιτίθενται στο μέτρο ξεκίνησε ασυνήθιστα νωρίς, ανατρέποντας τον άγραφο κανόνα που θέλει τις εκστρατείες να ξεκινούν πολύ πιο κοντά στην ημερομηνία της κάλπης.
Ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα, οι κεντρικοί σταθμοί, όπως αυτός της Βέρνης, γέμισαν με ψηφιακά μηνύματα από το στρατόπεδο του «όχι», το οποίο προειδοποιεί ανοιχτά για ανυπολόγιστες συνέπειες στην εθνική οικονομία και κάνει λόγο για μια νομοθετική πρόταση που θα επιφέρει το απόλυτο χάος.
Η ευρεία συμμαχία που συγκροτήθηκε από αστικά κόμματα και εκπροσώπους της αγοράς προσπαθεί να ανακόψει τη δυναμική της πρωτοβουλίας, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι το SVP αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή της κοινωνίας.
Η ραγδαία αύξηση της μετανάστευσης τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει έντονο προβληματισμό στους πολίτες, ο οποίος εκφράζεται μέσα από την πίεση που ασκείται στις υποδομές, την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών και τον συνωστισμό στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα οδικά δίκτυα.
Τα κρίσιμα ορόσημα του πληθυσμού και τα αναγκαστικά μέτρα
Η αποκαλούμενη και ως «πρωτοβουλία για τη βιωσιμότητα», παρά τον ήπιο τίτλο της, κρύβει αυστηρές ρήτρες που θα ενεργοποιηθούν πολύ πριν ο πληθυσμός φτάσει στο απόλυτο όριο.
Συγκεκριμένα, το κείμενο προβλέπει ότι το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο υποχρεούται να λάβει δραστικά περιοριστικά μέτρα μόλις ο μόνιμος πληθυσμός αγγίξει τα 9,5 εκατομμύρια, ένα νούμερο που με τους τρέχοντες ρυθμούς αναμένεται να επιτευχθεί σε ελάχιστα χρόνια.
Το SVP ζητά περικοπές κυρίως στον τομέα του ασύλου και στην οικογενειακή επανένωση. Ωστόσο, η νομική και πρακτική εφαρμογή τέτοιων μέτρων κρίνεται εξαιρετικά περίπλοκη, καθώς το δικαίωμα της οικογενειακής συνένωσης προστατεύεται απόλυτα από τις ισχύουσες συμφωνίες για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
Αυτό σημαίνει ότι ο πέλεκυς των περιορισμών θα έπεφτε αναγκαστικά στους εξειδικευμένους μετανάστες από τρίτες χώρες, γεγονός που θα καθιστούσε τη χώρα μη ελκυστική για κορυφαίους επιστήμονες ή ερευνητές, οι οποίοι δύσκολα θα μετανάστευαν αφήνοντας πίσω τις οικογένειές τους.
Αυτή η συνθήκη έχει ήδη πυροδοτήσει σενάρια για μια ενδεχόμενη στόχευση αποκλειστικά σε νέους, άγαμους εργαζομένους, δημιουργώντας ένα περιβάλλον τεράστιας αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις που βασίζονται στην προσέλκυση διεθνών ταλέντων για να καλύψουν τα κενά τους.
Η απειλή της ρήξης με την Ευρώπη και η γεωπολιτική απομόνωση
Ο πραγματικός κίνδυνος, σύμφωνα με τους επικριτές της πρωτοβουλίας, ελλοχεύει στην υπέρβαση του ορίου των 10 εκατομμυρίων κατοίκων.
Σε αυτή την περίπτωση, το κείμενο της πρότασης απαιτεί την άμεση καταγγελία της συμφωνίας ελεύθερης κυκλοφορίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα σε διάστημα δύο ετών.
Η κίνηση αυτή θα ενεργοποιούσε αυτόματα τη ρήτρα λαιμητόμου (Guillotineklausel), οδηγώντας στην κατάρρευση ολόκληρου του πλέγματος των διμερών συνθηκών που ρυθμίζουν τις σχέσεις των δύο πλευρών.
Πέραν των εμπορικών συνεπειών, μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο την παραμονή της χώρας στις συνθήκες του Σένγκεν (Schengen) και του Δουβλίνου (Dublin).
Τα αρμόδια υπουργεία δικαιοσύνης και αστυνομίας εκφράζουν βαθύτατη ανησυχία για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς τα ευρωπαϊκά συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών θεωρούνται κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια.
Η αποχώρηση από το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα καθιστούσε την απέλαση παράτυπων μεταναστών σχεδόν αδύνατη, ενώ αναμένεται κατακόρυφη αύξηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας, με αναλυτές να παραλληλίζουν την κατάσταση με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit στο ζήτημα της διαχείρισης των συνόρων της.
Συμμαχίες του κέντρου και η πίεση του δημογραφικού
Η στρατηγική του στρατοπέδου του «όχι» αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην εναρκτήρια συνέντευξη τύπου της συμμαχίας.
Η απουσία εκπροσώπων από τα αριστερά και οικολογικά κόμματα (SP και Grüne) και η αποκλειστική παρουσία δυνάμεων του αστικού κέντρου και της δεξιάς (FDP, Mitte, GLP, EVP) δεν ήταν τυχαία. Στόχος είναι να πειστεί η κρίσιμη μάζα των συντηρητικών ψηφοφόρων που παραδοσιακά ανησυχούν για την οικονομική σταθερότητα.
Στο πάνελ βρέθηκαν εκπρόσωποι κρίσιμων παραγωγικών τομέων, υπογραμμίζοντας ότι η μετανάστευση δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, αλλά αδήριτη ανάγκη που υπαγορεύεται από τη δημογραφική γήρανση.
Το κύμα συνταξιοδότησης της γενιάς των baby boomers έχει ήδη δημιουργήσει τεράστια κενά στην αγορά εργασίας, τα οποία αδυνατεί να καλύψει το εγχώριο ανθρώπινο δυναμικό.
Παρά το γεγονός ότι οι ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται μακροπρόθεσμα να αναδιαμορφώσουν τις ανάγκες σε προσωπικό, οι εκπρόσωποι της οικονομίας τονίζουν ότι μέχρι το καλοκαίρι του 2026, οι κενές θέσεις εργασίας παραμένουν ένα άμεσο και πιεστικό πρόβλημα για την επιβίωση των επιχειρήσεων.
Η διείσδυση στην ύπαιθρο και ο ανταγωνισμός για τα εργατικά χέρια
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά επεκτείνεται και στην επαρχία, η οποία αποτελεί το παραδοσιακό προπύργιο του κόμματος που υποκινεί την πρωτοβουλία.
Αυτό αποδεικνύεται από τη συμμετοχή εκπροσώπων περιφερειακών βιομηχανιών, όπως ένας κατασκευαστής υφαντουργικών μηχανημάτων από το καντόνι Wallis, ένας οινοπαραγωγός από το Freiburg και ένας τοπικός σύμβουλος από το Thurgau που διευθύνει ένα κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η έλλειψη προσωπικού θα χτυπήσει διπλά την ύπαιθρο. Αν τεθεί αυστηρό όριο στους αλλοδαπούς εργαζόμενους, οι ισχυρές οικονομικά πόλεις θα αναγκαστούν να προσελκύσουν το λιγοστό διαθέσιμο εργατικό δυναμικό από τις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, προσφέροντας υψηλότερους μισθούς.
Αυτή η εσωτερική μετανάστευση εργαζομένων θα ερημώσει την ύπαιθρο, καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία κρίσιμων δομών, όπως τα γηροκομεία και οι τοπικές επιχειρήσεις, στραγγαλίζοντας την οικονομική ζωή στις περιφέρειες που σήμερα στηρίζουν μαζικά τη συντηρητική παράταξη.
Τάσεις του εκλογικού σώματος και το σύνθετο δημοσκοπικό τοπίο
Τα πρώτα ερευνητικά δεδομένα σκιαγραφούν μια αμφίρροπη μάχη. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσω του γερμανόφωνου τύπου, περίπου το 45% των ερωτηθέντων εμφανίζεται θετικό ή μάλλον θετικό προς την επιβολή του πληθυσμιακού ορίου, με το 38% να τάσσεται ξεκάθαρα κατά και το υπόλοιπο ποσοστό να παραμένει αναποφάσιστο.
Παράλληλα, όμως, καταγράφεται ένα συντριπτικό ποσοστό της τάξης του 69% το οποίο απορρίπτει κατηγορηματικά την προοπτική ρήξης των διμερών σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εν μέσω ενός ιδιαιτέρως ασταθούς παγκόσμιου γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Αυτή η αντίφαση αναδεικνύει τον διχασμό των ψηφοφόρων, οι οποίοι από τη μία ενοχλούνται από την αύξηση του πληθυσμού και από την άλλη τρέμουν την οικονομική απομόνωση.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αν η καμπάνια του «όχι» καταφέρει να αναδείξει αποτελεσματικά τη διασύνδεση μεταξύ του ορίου των 10 εκατομμυρίων και της βέβαιης κατάρρευσης των ευρωπαϊκών συμφωνιών, η απόρριψη της πρωτοβουλίας φαντάζει το επικρατέστερο σενάριο, αρκεί να υπάρξει υψηλή συσπείρωση στις αστικές περιοχές.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις για τις επιπτώσεις του μέτρου
Οι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής έχουν ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνουν τα επιχειρήματά τους. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος SVP, Thomas Aeschi, παραδέχτηκε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης ότι το ζήτημα της οικογενειακής επανένωσης αποτελεί ένα δύσκολο νομικό εμπόδιο, καθώς διασφαλίζεται πλήρως από τις υφιστάμενες συνθήκες ελεύθερης μετακίνησης που δεσμεύουν τη χώρα.
Από την πλευρά της αγοράς, ο πρόεδρος του ισχυρού εργοδοτικού φορέα Economiesuisse, Christoph Mäder, αναγνώρισε την ύπαρξη ενός γενικευμένου κοινωνικού συναισθήματος που θεωρεί ότι τα όρια της χωρητικότητας του κράτους έχουν ξεπεραστεί.
Ωστόσο, στην αντίπερα όχθη, ο συμπρόεδρος του FDP Schweiz, Benjamin Mühlemann, εστίασε στους κινδύνους ασφαλείας, σημειώνοντας ότι χωρίς την ευρωπαϊκή συνεργασία, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια ανεξέλεγκτη άνοδο της εγκληματικότητας και των παράνομων ροών.
Τέλος, ο υπουργός δικαιοσύνης Beat Jans, προερχόμενος από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ανέδειξε την απειλή για την περιφέρεια, προειδοποιώντας ότι οι ισχυροί δήμοι θα καταλήξουν να απορροφούν το εξειδικευμένο προσωπικό της υπαίθρου, αν κοπεί η πρόσβαση στις διεθνείς δεξαμενές εργαζομένων.