Βερολίνο – Σε αχαρτογράφητα νερά εισέρχεται η Γερμανία, καθώς τα δημογραφικά δεδομένα για το 2025 αποκαλύπτουν μια ανησυχητική εικόνα συρρίκνωσης, η οποία απειλεί τα θεμέλια της οικονομίας και του κοινωνικού κράτους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, η χώρα κατέγραψε ιστορικό χαμηλό στις γεννήσεις, ενώ για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, η μετανάστευση δεν στάθηκε ικανή να καλύψει το τεράστιο δημογραφικό κενό.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: Το 2025 γεννήθηκαν στη Γερμανία μόλις 640.000 έως 660.000 παιδιά, αριθμός σημαντικά μειωμένος σε σύγκριση με τα 677.100 μωρά του 2024.
Ο δείκτης γονιμότητας έχει κατρακυλήσει στο 1,35 παιδιά ανά γυναίκα, επίπεδο που απέχει παρασάγγας από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Την ίδια στιγμή, οι θάνατοι ανήλθαν σε περίπου ένα εκατομμύριο, δημιουργώντας ένα δυσθεώρητο έλλειμμα γεννήσεων που κυμαίνεται μεταξύ 340.000 και 360.000 ατόμων.
Το χάσμα αυτό διευρύνεται επικίνδυνα, καθώς ήδη από το 2022 το έλλειμμα ξεπερνά σταθερά τις 300.000, ποσό διπλάσιο σε σχέση με τη δεκαετία του 2010.
Η μετανάστευση δεν σώζει πλέον την παρτίδα
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της χρονιάς είναι η αδυναμία της μετανάστευσης να λειτουργήσει ως αντισταθμιστικός παράγοντας.
Ενώ παραδοσιακά η εισροή ανθρώπων από το εξωτερικό κρατούσε τον πληθυσμό της Γερμανίας σε σταθερά ή αυξητικά επίπεδα, το 2025 η καθαρή μετανάστευση κατέγραψε πτώση άνω του 40% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Συγκεκριμένα, προστέθηκαν στον πληθυσμό περίπου 220.000 έως 260.000 άτομα, αριθμός που θυμίζει τα χαμηλά επίπεδα της πανδημικής χρονιάς του 2020.
Το αποτέλεσμα αυτής της εξίσωσης είναι αρνητικό: Ο συνολικός πληθυσμός της Γερμανίας μειώθηκε κατά 100.000 άτομα μέσα σε ένα έτος.
Οι προβλέψεις για το μέλλον είναι δυσοίωνες, με τη Στατιστική Υπηρεσία να εκτιμά ότι, εάν η τάση συνεχιστεί, το 2070 θα ζουν στη Γερμανία μόλις 68,8 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια λιγότεροι από σήμερα.
Μια τέτοια εξέλιξη συνεπάγεται μια χώρα γηραιότερη, μικρότερη και λιγότερο παραγωγική.
Ο φόβος για το μέλλον «παγώνει» τα ζευγάρια
Παρά τη δραματική πτώση των αριθμών, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιθυμία για τεκνοποίηση δεν έχει εκλείψει.
Ο καθηγητής Dr. Martin Bujard, αναπληρωτής διευθυντής του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Πληθυσμιακών Ερευνών, τονίζει ότι τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά.
Ωστόσο, το κλίμα μόνιμης κρίσης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια λειτουργεί αποτρεπτικά.
Η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κοινωνικές εντάσεις και η εκτόξευση του κόστους διαβίωσης έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον ανασφάλειας.
Αυτή η αβεβαιότητα οδηγεί τα ζευγάρια σε διαρκή αναβολή των σχεδίων τους για οικογένεια, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αποκτούν το πρώτο τους παιδί κατά μέσο όρο στην ηλικία των 30,4 ετών.
Συχνά, αυτή η αναβλητικότητα οδηγεί σε ακούσια ατεκνία, καθώς ο χρόνος πιέζει βιολογικά.
Κίνδυνος για το κράτος πρόνοιας και την οικονομία
Οι επιπτώσεις της δημογραφικής κατάρρευσης είναι ήδη ορατές στην οικονομία. Καθώς οι πολυπληθείς γενιές των baby boomers συνταξιοδοτούνται, αντικαθίστανται από ολιγάριθμες νεότερες γενιές, δημιουργώντας τεράστια κενά στην αγορά εργασίας.
Η έλλειψη προσωπικού είναι ιδιαίτερα αισθητή σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία και η φροντίδα ηλικιωμένων, επιτείνοντας το πρόβλημα.
Ο Dr. Bujard προειδοποιεί ότι η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μείωση των φορολογικών εσόδων και των εισφορών στα ταμεία, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και της υγειονομικής περίθαλψης.
Το σενάριο περιλαμβάνει υψηλότερες εισφορές για τους εργαζόμενους, λιγότερες παροχές και επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Ως μέτρο ανάσχεσης, προτείνεται η ενίσχυση των υποδομών παιδικής μέριμνας και των ολοήμερων σχολείων, ώστε να διευκολυνθεί η πλήρης ένταξη των μητέρων στην αγορά εργασίας.