Γερμανία – Η δημιουργία οικογένειας εξελίσσεται σε δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος για τους περισσότερους πολίτες, καθώς το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι φορολογικές επιβαρύνσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για την απόκτηση παιδιών. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές αποκαλύψεις και πρόσφατες έρευνες στον γερμανικό Τύπο, το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού δηλώνει πλέον ανοιχτά ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στα έξοδα που απαιτεί η ανατροφή ενός παιδιού, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για την ήδη πιεσμένη δημογραφική πορεία της χώρας.
Η ανάλυση των πρόσφατων δημοσκοπικών δεδομένων σε δείγμα 1.003 πολιτών αναδεικνύει μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική ανασφάλεια γύρω από τον οικογενειακό προγραμματισμό. Ειδικότερα, τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν το διήμερο 19 και 20 Φεβρουαρίου δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες θεωρούν την τεκνοποίηση ένα τεράστιο οικονομικό ρίσκο.
Σε ποσοστό που αγγίζει το 55%, οι πολίτες συμφωνούν ότι η ανατροφή παιδιών αποτελεί μια δαπάνη που δύσκολα καλύπτεται με τα σημερινά δεδομένα, ενώ μόλις το 34% εκφράζει σαφή αντίθετη άποψη. Παράλληλα, ένα ποσοστό της τάξης του 11% παραμένει αναποφάσιστο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Το συγκεκριμένο εύρημα λειτουργεί ως σήμα κινδύνου για ένα κράτος το οποίο αντιμετωπίζει σταθερά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων εδώ και αρκετά χρόνια.
Οι βασικοί παράγοντες της δημογραφικής στασιμότητας
Η ραγδαία αύξηση του κόστους διαβίωσης αναδεικνύεται στον κυριότερο ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας. Το 81% των ερωτηθέντων κατονομάζει τα πάγια έξοδα της καθημερινότητας, όπως τα ενοίκια, τα τρόφιμα και την ενέργεια, ως τη βασική αιτία που φρενάρει την απόφαση για τεκνοποίηση. Στη δεύτερη θέση των ανησυχιών βρίσκονται οι κρατικές κρατήσεις. Το 59% των πολιτών επισημαίνει ότι η φορολογία και οι ασφαλιστικές εισφορές απορροφούν υπερβολικά μεγάλο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την κάλυψη βασικών παιδικών αναγκών, από την αγορά ειδών πρώτης ανάγκης μέχρι τις σχολικές δραστηριότητες.
Η καθημερινή οικονομική διαχείριση μετατρέπεται σε μια διαρκή πρόκληση για τα περισσότερα νοικοκυριά, τα οποία βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να συμπιέζεται εξαιτίας των ευρύτερων πληθωριστικών πιέσεων. Οι αυξημένες υποχρεώσεις σε βασικούς τομείς της διαβίωσης καθιστούν τον προγραμματισμό για την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια μια απόφαση που απαιτεί αυστηρό οικονομικό σχεδιασμό. Αυτή η συνθήκη καταδεικνύει το βαθμό στον οποίο οι μακροοικονομικές μεταβλητές επηρεάζουν άμεσα τις πιο προσωπικές αποφάσεις των πολιτών.
Γεωγραφικές ανισότητες στις δομές φροντίδας
Την ίδια ώρα, η ελλιπής υποδομή φροντίδας περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση. Το 58% των συμμετεχόντων καταγγέλλει την απουσία επαρκών θέσεων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και τα ασύμβατα ωράρια λειτουργίας, γεγονός που εμποδίζει την ομαλή επιστροφή στην αγορά εργασίας. Το συγκεκριμένο πρόβλημα εντοπίζεται με μεγαλύτερη ένταση στα δυτικά κρατίδια της χώρας, όπου εξακολουθεί να καταγράφεται έλλειψη θέσεων για το 15% των παιδιών ηλικίας κάτω των τριών ετών. Στον αντίποδα, στις ανατολικές περιοχές παρατηρείται το αντίστροφο φαινόμενο, καθώς δομές φροντίδας αναγκάζονται να αναστείλουν τη λειτουργία τους εξαιτίας της ραγδαίας μείωσης των γεννήσεων.
Ένα επιπρόσθετο κρίσιμο ζήτημα που απασχολεί εξίσου όλες τις γεωγραφικές περιφέρειες είναι η απώλεια εισοδήματος κατά τη διάρκεια της άδειας ανατροφής. Το 40% των πολιτών αναφέρει τη μείωση των αποδοχών λόγω γονικής άδειας ή μετάβασης σε καθεστώς μερικής απασχόλησης ως καθοριστικό κριτήριο για την αποφυγή τεκνοποίησης. Η επαγγελματική υποχώρηση για την ανατροφή των παιδιών συνεπάγεται συχνά μόνιμες μισθολογικές απώλειες, δημιουργώντας ένα αίσθημα παρατεταμένης οικονομικής ανασφάλειας.
Η αξιολόγηση της κρατικής υποστήριξης
Παρά τα υφιστάμενα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, η αποτελεσματικότητά τους τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες, συγκεκριμένα το 48%, κρίνουν ότι η κρατική οικονομική βοήθεια, όπως τα οικογενειακά επιδόματα και οι σχετικές ενισχύσεις, είναι ανεπαρκής. Οι συγκεκριμένες παροχές δεν εκλαμβάνονται ως ουσιαστική ανακούφιση από τα βάρη, αλλά μάλλον ως μια ελάχιστη συνεισφορά που δεν αρκεί για να καλύψει το πραγματικό κόστος ανατροφής.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, οι αναλυτές επισημαίνουν την κρισιμότητα της κατάστασης. Όπως μεταφέρεται από τον γερμανικό Τύπο, ο επικεφαλής των ερευνών, Hermann Binkert, υπογράμμισε ότι η διαπίστωση πως η πλειοψηφία των πολιτών αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κόστος ενός παιδιού συνιστά μια δραματική εξέλιξη. Το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμένο στην παραγωγική ηλικιακή ομάδα των 30 έως 49 ετών, όπου το ποσοστό όσων δηλώνουν οικονομική αδυναμία ξεπερνά το 60%. Σύμφωνα με την ίδια αξιολόγηση, το συγκεκριμένο δεδομένο καλείται να κινητοποιήσει άμεσα τον κρατικό μηχανισμό, καθώς οποιαδήποτε συζήτηση για το μέλλον στερείται νοήματος εάν απουσιάζει η επόμενη γενιά.