Σε τροχιά ραγδαίας δημογραφικής συρρίκνωσης εισέρχεται η Γερμανία, με τις νέες προβλέψεις να ανατρέπουν τα μέχρι τώρα δεδομένα και να σκιαγραφούν ένα ζοφερό μέλλον για την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη του έγκριτου οικονομικού ινστιτούτου Ifo, ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί κατά σχεδόν 5% μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, μια πτώση σημαντικά πιο απότομη από το 1% που είχε προβλεφθεί σε προγενέστερες αναλύσεις. Η εξέλιξη αυτή απειλεί να αποσταθεροποιήσει το ασφαλιστικό σύστημα και να καθηλώσει τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Η αναθεωρημένη πρόβλεψη του γερμανικού think tank βασίζεται σε επικαιροποιημένα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, τα οποία διορθώνουν προς τα κάτω τις εκτιμήσεις για τον τρέχοντα πληθυσμό.
Ενώ προηγουμένως γινόταν λόγος για 85 εκατομμύρια κατοίκους, η νέα βάση υπολογισμού τοποθετεί τον πληθυσμό στα 83 εκατομμύρια για το 2025.
Βάσει αυτών των δεδομένων, μέχρι το 2050, η Γερμανία θα αριθμεί λιγότερους από 80 εκατομμύρια πολίτες —συγκεκριμένα περίπου 79 εκατομμύρια— καταγράφοντας το χαμηλότερο πληθυσμιακό επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την επανένωση της χώρας.
Ασφυκτική πίεση σε αγορά εργασίας και συντάξεις
Η δημογραφική αυτή μεταβολή δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό στοιχείο, αλλά μια δομική απειλή για το γερμανικό οικονομικό μοντέλο.
Όπως προειδοποίησε ο οικονομολόγος του Ifo, Γιόακιμ Ράγκνιτς, οι επιπτώσεις θα είναι αισθητές σε κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Ο μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης της Γερμανίας προβλέπεται να κινηθεί σε αναιμικά επίπεδα, γύρω στο 0,4%, καθώς η αγορά εργασίας θα στερείται διαρκώς νέου ανθρώπινου δυναμικού.
Τα στοιχεία της μελέτης είναι αποκαλυπτικά για την επερχόμενη ανισορροπία: ο ενεργός πληθυσμός ηλικίας 20 έως 66 ετών, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της παραγωγής και των εισφορών, αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 12%.
Στον αντίποδα, η τάξη των συνταξιούχων θα διευρυνθεί κατά περισσότερο από 20%. Αυτή η ανατροπή της ηλικιακής πυραμίδας θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος διανεμητικής εισφοράς.
Ήδη, το ομοσπονδιακό κράτος δαπανά περίπου το ένα τέταρτο του προϋπολογισμού του για την επιχορήγηση των συντάξεων, με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου να έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου από το 2024, προειδοποιώντας ότι το μερίδιο αυτό θα αυξηθεί περαιτέρω, περιορίζοντας τις δυνατότητες για άλλες δημόσιες επενδύσεις.
Μείωση γεννήσεων και «φρένο» στη μετανάστευση
Η επιδείνωση των προβλέψεων οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που αφορούν τόσο τη φυσική κίνηση του πληθυσμού όσο και τις μεταναστευτικές ροές.
Οι προηγούμενες εκτιμήσεις για τα ποσοστά γεννήσεων αποδείχθηκαν υπερβολικά αισιόδοξες, με τα νέα μοντέλα να δείχνουν ότι το 2030 θα σημειωθούν 150.000 λιγότερες γεννήσεις από ό,τι αναμενόταν.
Παράλληλα, η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής της γερμανικής κυβέρνησης έχει περιορίσει δραστικά την εισροή νέου πληθυσμού, η οποία παραδοσιακά λειτουργούσε ως αντισταθμιστικός παράγοντας στη γήρανση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ifo, το 2025 η καθαρή μετανάστευση στη Γερμανία περιορίστηκε σε μόλις 225.000 άτομα, αριθμός σημαντικά μικρότερος από την αρχική εκτίμηση των 454.000.
Για τα επόμενα 25 χρόνια, η καθαρή εισροή αναμένεται να σταθεροποιηθεί σε περίπου 250.000 άτομα ετησίως, ρυθμός που κρίνεται ανεπαρκής για να αναπληρώσει τα κενά που δημιουργεί η γήρανση του γηγενούς πληθυσμού.
Το πρόβλημα αναμένεται να είναι ιδιαίτερα οξύ στην Ανατολική Γερμανία, η οποία θα επωμιστεί το κύριο βάρος της πληθυσμιακής συρρίκνωσης, σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα της δυτικής χώρας όπου οι επιπτώσεις θα είναι ηπιότερες.