Στο επίκεντρο μιας σφοδρής αντιπαράθεσης βρίσκεται ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός Deutsche Bank, καθώς νέα στοιχεία αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στη διαχείριση της περιουσίας του Jeffrey Epstein.
Σύμφωνα με εκτενή ρεπορτάζ του βρετανικού τύπου, τα οποία βασίζονται σε δεκάδες χιλιάδες εσωτερικά έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, η τράπεζα προσέφερε πλήρη χρηματοοικονομική κάλυψη στον Αμερικανό χρηματιστή.
Η συνεργασία αυτή αναπτύχθηκε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε ήδη εξασφαλίσει μια εξαιρετικά ευνοϊκή νομική συμφωνία το 2008, εκτίοντας δεκατρείς μήνες φυλάκισης για προαγωγή ανηλίκου στην πορνεία.
Η αποδοχή του ως πελάτη υψηλού κύρους, η παράκαμψη των αυστηρών ελεγκτικών πρωτοκόλλων και η ανοχή σε ύποπτες συναλλαγές, συνθέτουν την εικόνα ενός ιδρύματος που έθεσε την κερδοφορία υπεράνω των κανονιστικών του υποχρεώσεων.
Η στρατηγική επιλογή της Deutsche Bank να εντάξει τον Jeffrey Epstein στο πελατολόγιό της υλοποιήθηκε το 2013, όταν η αμερικανική τράπεζα JPMorgan διέκοψε τη συνεργασία μαζί του.
Υπό την καθοδήγηση του τότε συν-διευθύνοντος συμβούλου Anshu Jain για την ταχεία επέκταση της διαχείρισης πλούτου, η γερμανική τράπεζα προσέλαβε τον Paul Morris από την JPMorgan, ο οποίος έφερε μαζί του τον επίμαχο πελάτη.
Η μεταφορά εκατόν ογδόντα εκατομμυρίων δολαρίων προς τα γερμανικά ταμεία οργανώθηκε μεθοδικά.
Παρά το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο, ο χρηματιστής δεν υποβλήθηκε σε έλεγχο από την αρμόδια επιτροπή φήμης, με το ανώτερο στέλεχος Chip Packard να εγκρίνει τη διαδικασία κατόπιν συνεννόησης με νομικούς συμβούλους.
Στα τέλη του ίδιου έτους, οι επαφές επεκτάθηκαν, περιλαμβάνοντας ανταλλαγή επαγγελματικών ευχών και με τη Ghislaine Maxwell, στενή συνεργάτιδα του χρηματιστή.
Τα κίνητρα της διοίκησης και το δίκτυο των ισχυρών οικονομικών επαφών
Η προθυμία του γερμανικού ιδρύματος να αναλάβει το ρίσκο της συνεργασίας δεν πήγαζε αποκλειστικά από τα άμεσα κέρδη.
Τα εσωτερικά υπομνήματα αποκαλύπτουν ότι ο πραγματικός στόχος ήταν η πρόσβαση στο δίκτυο των υπερπλούσιων επαφών του.
Το 2014, το ανώτερο τραπεζικό στέλεχος Caroline Kitidis ενημέρωσε τη διοίκηση για τις τεράστιες δυνατότητες δικτύωσης, αναφέροντας προσωπικές συναντήσεις με τον Leon Black, συνιδρυτή της Apollo Global Management, ο οποίος διέθετε πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια προς επένδυση.
Στη λίστα των πιθανών νέων πελατών συμπεριλαμβανόταν και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Lawrence Summers, επιβεβαιώνοντας τη χρησιμότητα του Jeffrey Epstein ως άτυπου μεσάζοντα για την προσέλκυση μελών της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ.
Η ένταξή του στην ειδική ομάδα πελατών υψηλής σημασίας επιβεβαιώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη βαρύτητα που του απέδιδε η διοίκηση.
Εκτελώντας πολύπλοκες συναλλαγές, ο πελάτης εξασφάλιζε στην τράπεζα ετήσια έσοδα που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο δολάρια.
Αυτή η ισχυρή εξάρτηση οδήγησε τους διαχειριστές, όπως τον Stewart Oldfield που ανέλαβε τον κεντρικό ρόλο, στο να τον προστατεύουν συστηματικά από τον κρατικό εποπτικό έλεγχο.
Όταν διατυπώθηκαν σοβαρές ανησυχίες από κατώτερη τραπεζική υπάλληλο για τη νομιμότητα των ενεργειών του, η επίσημη γραμμή της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού ήταν η άμεση καταστολή της όποιας αμφισβήτησης, υπενθυμίζοντάς της σε αυστηρό τόνο τα στενά εργασιακά της καθήκοντα και την ιεραρχία.
Οι ύποπτες συναλλαγές, οι μαζικές αναλήψεις μετρητών και οι υπεράκτιες εταιρείες
Ο τρόπος διαχείρισης των κεφαλαίων του προκαλούσε διαρκείς συναγερμούς στα εσωτερικά συστήματα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Η Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της Νέας Υόρκης διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι πραγματοποιούσε ετήσιες αναλήψεις μετρητών ύψους διακοσίων χιλιάδων δολαρίων, χωρίς επαρκή δικαιολόγηση.
Παράλληλα, το ημερήσιο όριο αναλήψεων της χρεωστικής του κάρτας αυξήθηκε δραματικά από χίλια σε δώδεκα χιλιάδες δολάρια από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Οι δικηγόροι του είχαν εντοπιστεί να εξαργυρώνουν επιταγές σε διαφορετικές ημέρες για να αποφύγουν τα όρια δήλωσης ρευστότητας, ωστόσο η τράπεζα αγνόησε πλήρως τις αλλεπάλληλες αναφορές ύποπτης δραστηριότητας, διατηρώντας ενεργούς και λειτουργικούς τους λογαριασμούς.
Εξίσου επιβαρυντικές είναι οι καταγραφές σχετικά με τις διεθνείς μεταφορές κεφαλαίων προς χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και τη Ρωσία.
Ο λογαριασμός μισθοδοσίας του χρηματοδοτούσε διαρκώς τα έξοδα νεαρών γυναικών, με τους τραπεζίτες να δικαιολογούν τις πράξεις αυτές επικαλούμενοι την υποτιθέμενη ευελιξία του πελάτη στη διαχείριση των πόρων του.
Η Deutsche Bank παραδέχθηκε αργότερα στις αρχές ότι διεκπεραίωσε τεράστιες πληρωμές σε υπεράκτιες εταιρείες όπως η Comfort Corporation, υπό το προκάλυμμα των διδάκτρων για εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, σημαντικά εμβάσματα ύψους ογδόντα χιλιάδων δολαρίων κατευθύνθηκαν απευθείας στο πρακτορείο του Jean-Luc Brunel, ενός προσώπου που μετέπειτα βρέθηκε στο επίκεντρο ερευνών για προμήθεια ανήλικων θυμάτων.
Η δημιουργία νέων καταπιστευμάτων και η καθυστερημένη διακοπή της συνεργασίας
Ακόμη και όταν οι πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις αυξήθηκαν ραγδαία, η τράπεζα συνέχισε να εξυπηρετεί τα περίπλοκα αιτήματά του.
Το 2018, ο πελάτης ζήτησε το κατεπείγον άνοιγμα ενός νέου λογαριασμού για το νεοσύστατο Caterpillar Trust μέσα σε διάστημα μόλις δέκα ημερών.
Παρά το γεγονός ότι είχε χαρακτηριστεί επισήμως ως πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο, λόγω των στενών σχέσεών του με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Bill Clinton και τον Mountbatten-Windsor, το ανώτερο στέλεχος Patrick Campion ενέκρινε αμέσως το αίτημα.
Εσωτερικές ηλεκτρονικές επικοινωνίες μεταξύ των συνεργατών του πελάτη, όπως η βοηθός Lesley Groff και η λογίστρια Bella Klein, αποδεικνύουν ότι ο λογαριασμός δημιουργήθηκε κυρίως για την προσωρινή στάθμευση εκατομμυρίων από επικείμενες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, χωρίς κανέναν απολύτως ξεκάθαρο επενδυτικό σκοπό.
Η πρωτοφανής σχέση ανοχής άρχισε να κλονίζεται οριστικά στα τέλη του 2018, όταν η διεθνής δημοσιογραφική έρευνα γύρω από το σκοτεινό παρελθόν του έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Η κεντρική διοίκηση της τράπεζας αποφάσισε τελικά τον Δεκέμβριο να τερματίσει τη συνεργασία, δίνοντας του μια γενναιόδωρη προθεσμία έως τα τέλη Φεβρουαρίου του 2019 για την πλήρη μεταφορά των διακοσίων είκοσι πέντε εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο υπεύθυνος διαχειριστής Stewart Oldfield, ωστόσο, του παραχώρησε συνεχείς σιωπηρές παρατάσεις μέχρι τον Μάιο, παρακάμπτοντας όλους τους τυπικούς ελέγχους αποχώρησης. Η οριστική ρήξη επήλθε βίαια τον Ιούλιο με τη σύλληψή του από τις ομοσπονδιακές αρχές.
Η Deutsche Bank, βρισκόμενη αντιμέτωπη με τις ρυθμιστικές υπηρεσίες, αναγκάστηκε να καταβάλει διακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια δολάρια σε πρόστιμα, παραδεχόμενη δημόσια τα συστημικά της λάθη και προχωρώντας στην απομάκρυνση των υπεύθυνων στελεχών που είχαν διευκολύνει το κύκλωμα.