Γερμανία – Η χρήση καμερών στο ταμπλό του αυτοκινήτου, γνωστών ως dashcams, αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα για τους οδηγούς στη γερμανική επικράτεια, καθώς η επιθυμία για καταγραφή αποδεικτικών στοιχείων σε περίπτωση ατυχήματος συγκρούεται συχνά με την αυστηρή νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων. Παρά το γεγονός ότι οι συσκευές αυτές πωλούνται ελεύθερα, η χρήση τους διέπεται από ένα περίπλοκο νομικό πλαίσιο που, αν παραβιαστεί, μπορεί να επιφέρει σοβαρές κυρώσεις στους κατόχους τους.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η θεμελιώδης αρχή της προστασίας της ιδιωτικότητας. Στη Γερμανία απαγορεύεται ρητά η βιντεοσκόπηση προσώπων χωρίς τη συγκατάθεσή τους, κανόνας που επεκτείνεται και στα χαρακτηριστικά αναγνώρισης, όπως οι πινακίδες κυκλοφορίας. Οι αρχές προστασίας δεδομένων τονίζουν ότι η μόνιμη και αδιάλειπτη καταγραφή της διαδρομής συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου, καθώς, σε αντίθεση με τις σταθερές κάμερες ασφαλείας κτιρίων όπου υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες, στο οδικό δίκτυο είναι αδύνατη η ενημέρωση των διερχόμενων οδηγών ότι καταγράφονται.
Ο διαχωρισμός νόμιμης και παράνομης χρήσης
Η νομιμότητα της χρήσης εξαρτάται αποκλειστικά από τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και τον σκοπό της αποθήκευσης. Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (DSGVO), επιτρέπεται μόνο η καταγραφή που κρίνεται απολύτως απαραίτητη για τη διαφύλαξη εννόμων συμφερόντων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι οδηγοί επιτρέπεται να χρησιμοποιούν dashcams μόνο εφόσον αυτές καταγράφουν σύντομα αποσπάσματα και αποθηκεύουν το υλικό αποκλειστικά και μόνο όταν συντρέχει συγκεκριμένος λόγος, όπως ένα ατύχημα ή ένα απότομο φρενάρισμα.
Οι σύγχρονες συσκευές που συμμορφώνονται με τη γερμανική νομοθεσία λειτουργούν με τη μέθοδο της κυκλικής καταγραφής (loop recording), όπου το υλικό διαγράφεται αυτόματα μετά από λίγο, εκτός αν οι αισθητήρες ανιχνεύσουν σύγκρουση ή απότομη επιβράδυνση, οπότε και «κλειδώνουν» το συγκεκριμένο χρονικό στιγμιότυπο. Αντιθέτως, η συνεχής καταγραφή χωρίς αιτία θεωρείται παράνομη παρακολούθηση και μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή προστίμων. Αν και ο νόμος προβλέπει θεωρητικά πρόστιμα που μπορούν να αγγίξουν τα 20 εκατομμύρια ευρώ ή το 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών μιας επιχείρησης, στην πράξη τα ποσά που επιβάλλονται στους ιδιώτες είναι σημαντικά χαμηλότερα, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τον νομικό κίνδυνο.
Αστυνομία, Δικαστήρια και ο ρόλος του «Σερίφη»
Ένα κρίσιμο σημείο που συχνά παρανοούν οι οδηγοί αφορά την καταγγελία τροχαίων παραβάσεων τρίτων. Η νομοθεσία είναι ξεκάθαρη: απαγορεύεται αυστηρά η χρήση dashcam για την τεκμηρίωση και καταγγελία παραβάσεων άλλων οδηγών στην αστυνομία. Μια τέτοια ενέργεια θεωρείται ανεπίτρεπτη βιντεοεπιτήρηση, καθώς η αρμοδιότητα για την καταγραφή και δίωξη αδικημάτων ανήκει αποκλειστικά στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες λειτουργούν υπό αυστηρούς περιορισμούς. Μάλιστα, σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου, εάν υπάρχουν υπόνοιες για παράνομη χρήση, τα όργανα της τάξης έχουν το δικαίωμα να κατασχέσουν την κάμερα.
Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο (BGH) έχει αποφανθεί ότι, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, βίντεο από dashcam μπορούν να γίνουν δεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία σε αστικές δίκες για την επίλυση διαφορών μετά από ατύχημα. Το δικαστήριο σταθμίζει κάθε φορά αν το συμφέρον για τη διαλεύκανση του συμβάντος υπερτερεί της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Παρ’ όλα αυτά, η αποδοχή του βίντεο ως πειστήριο δεν απαλλάσσει τον κάτοχο της κάμερας από πιθανό πρόστιμο, εάν διαπιστωθεί ότι κατέγραφε παράνομα σε συνεχή ροή πριν το συμβάν.
Τέλος, οι ίδιοι κανόνες ισχύουν απαρέγκλιτα και για τους ποδηλάτες που τοποθετούν κάμερες στα κράνη ή τα ποδήλατά τους, ενώ ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται στα ταξίδια στο εξωτερικό. Όπως επισημαίνει η λέσχη αυτοκινήτου ADAC, το νομικό πλαίσιο διαφέρει δραματικά από χώρα σε χώρα, με ορισμένα κράτη να επιτρέπουν ελεύθερα τη χρήση και άλλα να την απαγορεύουν πλήρως, καθιστώντας απαραίτητη την εκ των προτέρων ενημέρωση των ταξιδιωτών.