Γερμανία – Σε κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται ο κλάδος του διαμοιρασμού οχημάτων (carsharing) στη Γερμανία, καθώς παρά τη φαινομενική αύξηση της δημοφιλίας του, το οικονομικό μοντέλο αποδεικνύεται μη βιώσιμο για ολοένα και περισσότερους παρόχους. Ενώ στις μητροπόλεις όπως το Βερολίνο και το Αμβούργο σχεδόν το ένα τρίτο των νοικοκυριών διατηρεί συνδρομή, μικρότερες εταιρείες και δημοτικές επιχειρήσεις αναγκάζονται να τερματίσουν τη λειτουργία τους, λυγίζοντας υπό το βάρος του δυσβάσταχτου λειτουργικού κόστους και των εκρηκτικών αυξήσεων στα ασφάλιστρα.
Η οικονομική πίεση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στους περιφερειακούς και δημοτικούς φορείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Stadtwerke Brühl, η οποία με την αλλαγή του έτους διέκοψε οριστικά την υπηρεσία carsharing που προσέφερε. Η απόφαση δεν ελήφθη λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από τους πολίτες, αλλά εξαιτίας μιας δραματικής αλλαγής στα οικονομικά δεδομένα: η ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση και οι εναλλακτικές προσφορές που παρουσιάστηκαν θα υπερδιπλασίαζαν τα ασφάλιστρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η εταιρεία, το κόστος ασφάλισης για μόλις επτά οχήματα θα εκτοξευόταν στις 60.000 ευρώ ετησίως. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διοίκηση της Stadtwerke Brühl έκρινε ότι η συνέχιση της λειτουργίας ήταν οικονομικά αδύνατη.
Το αδιέξοδο της ηλεκτροκίνησης στο Tübingen
Παρόμοια μοίρα είχε και το φιλόδοξο εγχείρημα στην πανεπιστημιούπολη του Tübingen. Στα τέλη Νοεμβρίου του 2025, η τοπική εταιρεία κοινής ωφέλειας (Stadtwerke Tübingen) τερμάτισε το πρόγραμμα ηλεκτρικού carsharing «COONO». Το έργο, που είχε ξεκινήσει πέντε χρόνια νωρίτερα με στόχο την προώθηση της ηλεκτροκίνησης, δεν κατάφερε ποτέ να καταστεί κερδοφόρο.
Παρά την αύξηση του στόλου και τη μικρή άνοδο στα έσοδα, το ισοζύγιο παρέμεινε αρνητικό. Οι διαχειριστές επεσήμαναν ότι τα λειτουργικά έξοδα ενός στόλου αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων παραμένουν σημαντικά υψηλότερα σε σύγκριση με τα συμβατικά οχήματα εσωτερικής καύσης, καθιστώντας το εγχείρημα μη βιώσιμο.
Κεντρικός παράγοντας στην κατάρρευση των μικρών σχημάτων είναι η στάση των ασφαλιστικών εταιρειών. Τα οχήματα carsharing εμπλέκονται συχνότερα σε ατυχήματα σε σχέση με τα ιδιωτικά ΙΧ, καθώς χρησιμοποιούνται από περιστασιακούς οδηγούς, ενώ καταγράφονται συχνά μικροζημιές κατά τη στάθμευση, περιστατικά βανδαλισμού και κακή χρήση.
Η BGV (Badische Versicherungen), ο κυριότερος ασφαλιστικός πάροχος του κλάδου, προχώρησε σε καταγγελίες συμβάσεων και αυξήσεις ασφαλίστρων, καθώς ο τομέας αυτοκινήτου της εταιρείας κατέγραψε ζημιές τόσο το 2024 όσο και το 2025. Αν και για το 2026 εκφράζεται συγκρατημένη αισιοδοξία, το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων παραμένει ανοιχτό.
Διεθνείς αναταράξεις και νέες νομοθετικές απειλές
Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά γερμανικό. Μεγάλοι παίκτες της αγοράς αποσύρονται και από άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Η Zipcar ανακοίνωσε την πλήρη αποχώρησή της από το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λονδίνο, ενώ αντίστοιχες κινήσεις έχουν παρατηρηθεί σε Παρίσι, Μαδρίτη και Μιλάνο.
Παράλληλα, ο κλάδος στη Γερμανία αντιμετωπίζει μια νέα θεσμική απειλή. Ένα προωθούμενο νομοσχέδιο για την υποχρεωτική διάθεση δεδομένων κινητικότητας έχει προκαλέσει αναστάτωση. Η Ομοσπονδιακή Ένωση Carsharing (Bundesverband Carsharing – bcs) προειδοποιεί ότι η ρύθμιση αυτή θα μπορούσε να αποκαλύψει επιχειρηματικά μυστικά, υπονομεύοντας τα υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα. Οι πάροχοι φοβούνται ότι το γραφειοκρατικό και οικονομικό βάρος της νέας νομοθεσίας θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για πολλές εταιρείες.
Παρά τις δυσκολίες, η αγορά εξακολουθεί να παρουσιάζει κινητικότητα, με νέα σχήματα να εμφανίζονται, όπως στην πόλη Ochtrup, όπου οι δήμοι στρέφονται πλέον σε συνεργασίες με ιδιώτες αντί να αναλαμβάνουν το ρίσκο μόνοι τους. Ωστόσο, η συνολική εικόνα παραμένει αντιφατική: ενώ το 2023 υπήρχαν 3,7 εκατομμύρια συνδρομές, το μερίδιο του carsharing στις καθημερινές μετακινήσεις παραμένει κάτω από το 0,1%, καθώς οι χρήστες προτιμούν τελικά το ποδήλατο ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
