Βερολίνο – Σε μια περίοδο όπου το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία βαραίνει για τους δικαιούχους κοινωνικών παροχών, μια δικαστική απόφαση έρχεται να προσφέρει μια σημαντική νομική «ανάσα». Ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Friedrich Merz δρομολογεί αυστηρότερες πολιτικές και κυρώσεις, το Ομοσπονδιακό Κοινωνικό Δικαστήριο κατοχυρώνει και διευρύνει τα δικαιώματα προστασίας της ιδιωτικότητας των πολιτών απέναντι στις κρατικές υπηρεσίες απασχόλησης (Jobcenter).
Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως αντίβαρο στα σχέδια της κυβέρνησης, η οποία έχει αποφασίσει την κατάργηση του υφιστάμενου Επιδόματος Πολίτη (Bürgergeld) και την αντικατάστασή του από τη λεγόμενη «Βασική Ασφάλεια» (Grundsicherung). Αν και αρχικά η αλλαγή φαντάζει ονομαστική, στην πράξη συνοδεύεται από σκληρότερους όρους επιλεξιμότητας. Ο Καγκελάριος Merz στοχεύει στην αυστηροποίηση των προϋποθέσεων λήψης της βοήθειας, εισάγοντας δρακόντειες κυρώσεις για όσους παραλείπουν ραντεβού ή αρνούνται θέσεις εργασίας.
Κυρώσεις 100% και αντιδράσεις
Το νέο πλαίσιο που προωθεί η κυβέρνηση έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία και αγανάκτηση στις τάξεις των δικαιούχων. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι ιδιαίτερα αυστηρές, φτάνοντας σε περικοπές έως και 100% του επιδόματος σε περιπτώσεις άρνησης εργασίας. Κοινωνικοί φορείς και ενώσεις πολιτών ασκούν δριμεία κριτική, επισημαίνοντας ότι τέτοια μέτρα πλήττουν συχνά και τα υπόλοιπα, μη υπαίτια μέλη μιας οικογένειας (Bedarfsgemeinschaft), οδηγώντας τα σε οικονομική εξαθλίωση. Παρά τις αντιδράσεις, η καγκελαρία φαίνεται αμετακίνητη στην πρόθεσή της να εφαρμόσει μια πολιτική «μηδενικής ανοχής».
Το «παράθυρο» προστασίας στους τραπεζικούς λογαριασμούς
Μέσα σε αυτό το αυστηρό περιβάλλον, το Ομοσπονδιακό Κοινωνικό Δικαστήριο επικύρωσε ένα ζωτικής σημασίας δικαίωμα για τους πολίτες, το οποίο αφορά τη διαδικασία ελέγχου των οικονομικών τους στοιχείων. Ως γνωστόν, κατά την αίτηση για την αρχική έγκριση ή την ανανέωση του επιδόματος, οι αιτούντες υποχρεούνται να προσκομίζουν στο Jobcenter τα αντίγραφα κίνησης των τραπεζικών τους λογαριασμών (Kontoauszüge) για τους τελευταίους τρεις μήνες. Για τους αυτοαπασχολούμενους ή όσους έχουν κυμαινόμενο εισόδημα, η υποχρέωση αυτή επεκτείνεται στους έξι μήνες.
Ωστόσο, η δικαστική απόφαση ξεκαθαρίζει ότι η διαφάνεια αυτή δεν είναι απόλυτη. Οι πολίτες έχουν το νόμιμο δικαίωμα να «μαυρίζουν» (να διαγράφουν) συγκεκριμένα τμήματα των αντιγράφων, προστατεύοντας έτσι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν την οικονομική τους κατάσταση αλλά την ιδιωτική τους ζωή. Το δικαίωμα αυτό, αν και ισχύει, παραμένει άγνωστο στην πλειονότητα των δικαιούχων.
Ποια δεδομένα επιτρέπεται να διαγραφούν
Σύμφωνα με την απόφαση, η οποία βασίζεται στο Άρθρο 9, Παράγραφος 1 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR/DSGVO), οι αιτούντες μπορούν να αποκρύψουν τα ονόματα των δικαιούχων ή των εντολέων σε συναλλαγές που αποκαλύπτουν ευαίσθητες πληροφορίες. Συγκεκριμένα, επιτρέπεται η απόκρυψη στοιχείων που φανερώνουν:
- Τη θρησκευτική πεποίθηση
- Την πολιτική τοποθέτηση
- Την εθνική ή εθνοτική καταγωγή
- Θέματα υγείας και ιατρικές δαπάνες
- Τον σεξουαλικό προσανατολισμό
- Τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η διαγραφή αφορά αποκλειστικά το όνομα ή την αιτιολογία της συναλλαγής που προδίδει την ευαίσθητη πληροφορία. Το ποσό της συναλλαγής, η ημερομηνία και το είδος της κίνησης πρέπει να παραμένουν απολύτως ορατά για τον οικονομικό έλεγχο. Επιπλέον, το δικαστήριο ορίζει ότι το Jobcenter έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τους πολίτες για αυτή τη δυνατότητα. Όσον αφορά τα αντίγραφα που κρατά η υπηρεσία, αυτά επιτρέπεται να αποθηκεύονται μόνο για το διάστημα του ελέγχου και στη συνέχεια πρέπει να καταστρέφονται, διασφαλίζοντας την προστασία των προσωπικών δεδομένων.