Γερμανία – Σε ισχύ τέθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2026 η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στη Γερμανία, η οποία διαμορφώνεται πλέον στα 13,90 ευρώ την ώρα, σημειώνοντας άνοδο 1,08 ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η απόφαση αυτή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αν και αναμενόταν με ικανοποίηση από εκατομμύρια πολίτες, προκαλεί έντονες ανησυχίες σε μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου για τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Statistisches Bundesamt), από τη ρύθμιση επωφελούνται περίπου 4,8 εκατομμύρια εργαζόμενοι, με τις γυναίκες να αποτελούν την πλειονότητα των ωφελούμενων, καθώς απασχολούνται συχνότερα σε χαμηλόμισθους κλάδους. Η επίδραση της αύξησης εμφανίζει γεωγραφικές αποκλίσεις, όντας πιο αισθητή σε κρατίδια όπως η Σαξονία σε σύγκριση με τη Βαυαρία. Η επόμενη προγραμματισμένη αύξηση αναμένεται την 1η Ιανουαρίου 2027, οπότε και το ωρομίσθιο θα ανέλθει στα 14,60 ευρώ.
Πιέσεις σε κλάδους έντασης εργασίας
Οι κλάδοι που επηρεάζονται περισσότερο από τη νέα μισθολογική κλίμακα είναι η γαστρονομία, η γεωργία, η δασοκομία, καθώς και ο τομέας των τεχνών και της ψυχαγωγίας. Οι επιχειρήσεις αυτών των κλάδων προειδοποιούν ότι η αύξηση των δαπανών προσωπικού θα πρέπει αναπόφευκτα να καλυφθεί μέσω των εσόδων, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών για τους καταναλωτές. Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι ότι ορισμένες επιχειρήσεις, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στο κόστος, ίσως αναγκαστούν να προχωρήσουν σε περικοπές θέσεων εργασίας.
Στον τομέα της εστίασης, η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω. Παρά τη μείωση του ΦΠΑ από το 19% στο 7%, που αποσκοπούσε στην ελάφρυνση των καταναλωτών, οι επαγγελματίες του κλάδου επισημαίνουν ότι ο συνδυασμός χαμηλότερων εσόδων από τους πελάτες και υψηλότερων εξόδων για το προσωπικό λειτουργεί συχνά αντικρουόμενα για τη βιωσιμότητα των καταστημάτων τους.
Κοινωνικό όφελος και οικονομικοί προβληματισμοί
Από την πλευρά των εργαζομένων και των συνδικάτων, η αύξηση κρίνεται απαραίτητη λόγω του συνεχώς αυξανόμενου κόστους ζωής, από τα ενοίκια και το ρεύμα μέχρι τα τρόφιμα. Ωστόσο, η οικονομική εξίσωση παραμένει δύσκολη, καθώς οι αυξημένες απολαβές κινδυνεύουν να εξανεμιστούν από τις αυξημένες τιμές στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Η κυβέρνηση συνεχίζει να δέχεται επικρίσεις, με τους επικριτές να τονίζουν την ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση που θα διασφαλίζει τόσο την αγοραστική δύναμη των πολιτών όσο και τη σταθερότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
