Γερμανία – Ένα εκτενές σχέδιο ριζικής αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος και των ασφαλιστικών εισφορών εξετάζει ο κυβερνητικός συνασπισμός, θέτοντας στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων την ενδεχόμενη αύξηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ (Mehrwertsteuer).
Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία συζητείται εντόνως πίσω από τις κλειστές πόρτες των υπουργείων, αποσκοπεί στη συγκέντρωση πρόσθετων δημοσιονομικών πόρων που θα λειτουργήσουν ως αντίβαρο για την ταυτόχρονη μείωση της άμεσης φορολογίας στους μισθωτούς. Η μετακύλιση του φορολογικού βάρους από το εισόδημα στην κατανάλωση διαμορφώνει ένα νέο οικονομικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά, τα οποία καλούνται να σταθμίσουν τα οφέλη από τις αυξημένες καθαρές αποδοχές απέναντι στις ανατιμήσεις των καθημερινών υπηρεσιών και αγαθών. Οι αποφάσεις αναμένονται κρίσιμες.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Εξετάζεται η αύξηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ από το 19% στο 21%.
- Τα πρόσθετα έσοδα των 31 δισ. ευρώ θα χρηματοδοτήσουν φοροελαφρύνσεις στα εισοδήματα.
- Μισθωτοί με εισόδημα 3.000 ευρώ αναμένεται να εξοικονομήσουν έως 400 ευρώ ετησίως.
- Προτείνεται η αύξηση του ορίου της ανώτατης κλίμακας στα 80.000 ευρώ.
- Συζητείται η μείωση ή ο μηδενισμός του ΦΠΑ για τα βασικά τρόφιμα και είδη ανάγκης.
Ελάφρυνση στα εισοδήματα και το όριο για την κορυφαία φορολογική κλίμακα
Αναζητώντας τη χρυσή τομή που θα εξασφαλίσει την κοινωνική αποδοχή του μέτρου, η πλευρά των Σοσιαλδημοκρατών θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για την υλοποίηση της αύξησης. Ο Αντικαγκελάριος και Υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil επισημαίνει ότι η επιβάρυνση στην κατανάλωση πρέπει να συνοδευτεί απαραιτήτως από μια «απτή» ελάφρυνση στον φόρο εισοδήματος και τις ασφαλιστικές κρατήσεις, εξασφαλίζοντας ότι οι πολίτες θα δουν τα καθαρά τους έσοδα να αυξάνονται. Βάσει των κυβερνητικών υπολογισμών που είδαν το φως της δημοσιότητας, ένας εργαζόμενος με μεικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 3.000 ευρώ αναμένεται να εξοικονομήσει από 300 έως 400 ευρώ σε ετήσια βάση, αντισταθμίζοντας εν μέρει το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Την ίδια στιγμή, οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) πιέζουν για μια διευρυμένη φορολογική παρέμβαση που θα συμπεριλάβει και τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, υποστηρίζοντας την ανάγκη για δικαιότερη κατανομή των ελαφρύνσεων σε ολόκληρο το φάσμα της οικονομίας. Ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος, Carsten Linnemann, έχει προτείνει την αναπροσαρμογή του κατώφλιου για την εφαρμογή του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, ζητώντας την αύξησή του από τα 68.000 ευρώ στα 80.000 ευρώ, προκειμένου να ανακουφιστεί η μεσαία τάξη από τις συσσωρευμένες επιπτώσεις του πληθωρισμού. Η πρόταση αυτή δημιουργεί ένα σύνθετο πεδίο διαπραγματεύσεων εντός του συνασπισμού.
Μειωμένος ΦΠΑ στα τρόφιμα: Το γερμανικό σχέδιο για τα καθημερινά αγαθά
Υπό το πρίσμα της ενίσχυσης των κρατικών ταμείων, τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπουν την άνοδο του βασικού συντελεστή ΦΠΑ από το 19% στο 21%, μια κίνηση που, σύμφωνα με τον γερμανικό οικονομικό τύπο, υπολογίζεται ότι θα αποφέρει επιπλέον 31 δισεκατομμύρια ευρώ στο κράτος. Η εφαρμογή αυτού του συντελεστή επιβάλλεται οριζόντια σε όλα τα στάδια παραγωγής και διανομής, γεγονός που σημαίνει ότι ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών και καταναλωτικών προϊόντων θα ακριβύνει απευθείας στο ταμείο, επηρεάζοντας άμεσα την αγοραστική δύναμη των πολιτών σε καθημερινό επίπεδο. Η αγορά προετοιμάζεται για τις επερχόμενες ανατιμήσεις.
Προκειμένου να αμβλυνθούν οι συνέπειες για τα ασθενέστερα νοικοκυριά, το κυβερνητικό επιτελείο εξετάζει παράλληλα τη ριζική αναδιάρθρωση του μειωμένου συντελεστή (ermäßigte Mehrwertsteuersatz), ο οποίος εφαρμόζεται σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα, τα βιβλία και συγκεκριμένες πολιτιστικές ή αθλητικές δραστηριότητες. Η πρόταση περιλαμβάνει την πτώση του από το 7% στο 4%, ενώ, όπως διαρρέεται από κυβερνητικές πηγές, βρίσκεται στο τραπέζι ακόμη και ο μηδενισμός του ΦΠΑ αποκλειστικά για τα είδη διατροφής, παρέχοντας μια σημαντική ανάσα στον σφιχτό προϋπολογισμό των καταναλωτών. Οι τελικές αποφάσεις εκκρεμούν.