Βερολίνο – Σε εξαιρετικά δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία της γερμανικής οικονομίας προχώρησε ο επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW), Marcel Fratzscher, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για το δημοσιονομικό μέλλον της χώρας. Ο κορυφαίος οικονομολόγος εκτιμά ότι η δημογραφική γήρανση έχει θέσει οριστικά εκτός λειτουργίας τον «κινητήρα ανάπτυξης» της Γερμανίας, καθώς η έλλειψη εργατικού δυναμικού καθιστά ανέφικτους τους ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, ο ίδιος θεωρεί σχεδόν βέβαιη την αύξηση του ΦΠΑ από το 19% στο 21%, χαρακτηρίζοντάς την ως την «πολιτικά ευκολότερη» διέξοδο για την κυβέρνηση, παρά τις σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις.
Ο πρόεδρος του DIW υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί πλέον να αποφύγει τις φορολογικές αυξήσεις και την περικοπή των επιδοτήσεων, καθώς τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα. Ωστόσο, εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν θα προχωρήσει στις αναγκαίες βαθιές τομές, αλλά θα καταφύγει σε οριζόντια μέτρα εισπρακτικού χαρακτήρα.
Η «εύκολη λύση» της αύξησης του ΦΠΑ
Σύμφωνα με την ανάλυση του Marcel Fratzscher, η πολιτική πραγματικότητα στο Βερολίνο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αύξηση των έμμεσων φόρων. Ο οικονομολόγος εκτιμά ότι ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών (schwarz-rote Koalition) θα επιλέξει τελικά τον δρόμο της ελάχιστης αντίστασης. «Πρέπει να υποθέσουμε ότι ο συνασπισμός θα κάνει τελικά τη ζωή του εύκολη: Θα αυξήσει τον ΦΠΑ κατά δύο μονάδες, γεγονός που θα αποφέρει 30 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον στα ταμεία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο επικεφαλής του DIW εξήγησε ότι αυτή η επιλογή προκύπτει από το πολιτικό αδιέξοδο και τις «κόκκινες γραμμές» των κομμάτων. Η Ένωση (CDU/CSU) απορρίπτει γενικές αυξήσεις φόρων εισοδήματος, ενώ το SPD αρνείται περικοπές στο κοινωνικό κράτος. Καθώς κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν επιθυμεί την κατάργηση επιδοτήσεων, η αύξηση του ΦΠΑ προβάλλει ως η μόνη συμβιβαστική λύση. Αν και ο Fratzscher χαρακτήρισε μια τέτοια κίνηση «κοινωνικά μοιραία», παραδέχθηκε ότι αποτελεί μια πολιτικά βολική οδό σε σύγκριση με τις εναλλακτικές επιλογές.
Οι προτάσεις για βαθιές μεταρρυθμίσεις
Πέρα από την πρόβλεψη για τον ΦΠΑ, ο Marcel Fratzscher κατέθεσε μια σειρά από ριζοσπαστικές προτάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, οι οποίες όμως απαιτούν πολιτικό θάρρος. Ο οικονομολόγος πρότεινε την πλήρη κατάργηση των «Minijobs», καθώς και την αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας, με στόχο να αυξηθούν τα κίνητρα για την οικονομική αξιοποίηση και ανάπτυξη των ακινήτων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη κατάργησης όλων των επιδοτήσεων που βλάπτουν το κλίμα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο φορολογικό προνόμιο του ντίζελ, την απαλλαγή φόρου για την κηροζίνη και την επιδότηση μετακίνησης (Pendlerpauschale). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, η κατάργηση ή η περικοπή αυτών των φοροαπαλλαγών θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 60 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Επιπλέον, ο Fratzscher τάχθηκε υπέρ της κατάργησης του «Ehegattensplitting» (του συστήματος φορολόγησης των παντρεμένων ζευγαριών με κοινό εισόδημα), το οποίο κοστίζει στο κράτος περίπου 22 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, όπως επεσήμανε, παρά το γεγονός ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι οικονομικά και πολιτικά επιβεβλημένες, η πολιτική ηγεσία φαίνεται απρόθυμη να τις υιοθετήσει, προτιμώντας την οριζόντια φορολόγηση της κατανάλωσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές Ιανουαρίου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε προχωρήσει σε μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από το 19% στο 7%, μια κίνηση που είχε στόχο την στήριξη του κλάδου, αλλά πλέον η συζήτηση στρέφεται στην αντίθετη κατεύθυνση για το σύνολο της οικονομίας.