Γερμανία – Σημαντικές ανακατατάξεις στο μισθολογικό καθεστώς των μελών της Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) αναμένονται από τα μέσα του τρέχοντος έτους, με τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις να καταγράφουν αξιοσημείωτη άνοδο. Ο μηχανισμός της αυτόματης αναπροσαρμογής ενεργοποιείται εκ νέου, εξασφαλίζοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο μηνιαίο πλεόνασμα για τους εξακόσιους τριάντα εκλεγμένους αντιπροσώπους.
Το νέο οικονομικό καθεστώς και η υπέρβαση του ιστορικού ορίου
Βάσει των επίσημων καταγραφών και της εξέλιξης των μισθών, όπως αυτές αποτυπώνονται αναλυτικά από την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt), οι βουλευτικές αποζημιώσεις θα αυξηθούν κατά τέσσερα κόμμα δύο τοις εκατό αρχής γενομένης από την 1η Ιουλίου. Η συγκεκριμένη ποσοστιαία μεταβολή μεταφράζεται πρακτικά σε μια καθαρή αύξηση της τάξης των τετρακοσίων ενενήντα επτά ευρώ σε μηνιαία βάση για κάθε ένα από τα εξακόσια τριάντα μέλη του κοινοβουλίου.
Μέσω αυτής της θεσμοθετημένης διαδικασίας, η οποία ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον εθνικό δείκτη ονομαστικών μισθών, οι φορολογητέες αποδοχές των βουλευτών θα ξεπεράσουν για πρώτη φορά στα χρονικά το ψυχολογικό και πρακτικό φράγμα των δώδεκα χιλιάδων ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, το βασικό ποσό θα διαμορφωθεί πλέον σε περίπου δώδεκα χιλιάδες τριακόσια τριάντα ευρώ, αφήνοντας οριστικά πίσω το προηγούμενο επίπεδο των έντεκα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα τριών ευρώ και σαράντα επτά λεπτών.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη γενικότερη τάση της οικονομίας, ενσωματώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και τις μισθολογικές απαιτήσεις της τρέχουσας περιόδου στις σταθερές απολαβές των νομοθετών. Η αναπροσαρμογή αυτή έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίζει την οικονομική ανεξαρτησία των πολιτικών, αποτρέποντας θεωρητικά εξωγενείς επιρροές κατά την άσκηση των σημαντικών καθηκόντων τους στο κοινοβούλιο.
Ο μηχανισμός αναπροσαρμογής και ο αντίκτυπος στην ηγεσία του κοινοβουλίου
Αξίζει να σημειωθεί πως η παρούσα αύξηση αποτελεί την τρίτη κατά σειρά σημαντική μισθολογική ενίσχυση από το 2022. Κατά το προηγούμενο έτος, οι αποδοχές είχαν ενισχυθεί κατά πέντε κόμμα τέσσερα τοις εκατό, ενώ το 2023 η αύξηση είχε αγγίξει το εντυπωσιακό έξι τοις εκατό. Η διαδικασία αυτή δεν απαιτεί πλέον καμία απολύτως ψηφοφορία εντός της ολομέλειας, καθώς η σχετική απόφαση για την αυτόματη σύνδεση των αποζημιώσεων με τη μισθολογική εξέλιξη της χώρας είχε ληφθεί ήδη από την έναρξη της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου.
Αυτή η μαθηματική ακολουθία των αυξήσεων έχει άμεσο και πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας του νομοθετικού σώματος. Η πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής, Julia Klöckner, θα δει τις αποδοχές της να αυξάνονται με διπλάσιο ρυθμό, καθώς ο κομβικός της ρόλος τής εξασφαλίζει μια δεύτερη, πλήρη βουλευτική αποζημίωση ως ειδικό επίδομα θέσης.
Ενώπιον αυτών των δεδομένων, οι μηνιαίες της απολαβές αναμένεται να αυξηθούν κατά εννιακόσια ενενήντα τέσσερα ευρώ, εκτοξεύοντας το συνολικό της εισόδημα από τα είκοσι τρεις χιλιάδες εξακόσια εξήντα έξι ευρώ στα είκοσι τέσσερις χιλιάδες εξακόσια εξήντα ένα ευρώ. Η υποχρέωσή της περιορίζεται αποκλειστικά στην τυπική δημοσίευση της αύξησης ως επίσημου εγγράφου του κοινοβουλίου. Αντίστοιχα επωφελούνται και οι εκλεγμένοι αντιπρόεδροι, για τους οποίους οι νέες απολαβές θα σκαρφαλώσουν στα δεκαοκτώ χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα έξι ευρώ μηνιαίως.
Οι συνταξιοδοτικές παροχές και η ευρύτερη σύγκριση με τους πολίτες
Πέραν των άμεσων ταμειακών ροών που πιστώνονται κάθε μήνα, η επικείμενη αύξηση επηρεάζει καθοριστικά και τον μελλοντικό οικονομικό προγραμματισμό των κοινοβουλευτικών, μεταβάλλοντας αισθητά προς τα πάνω τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές τους παροχές. Το γερμανικό σύστημα ασφάλισης των πολιτικών προσώπων προβλέπει αυστηρά ότι για κάθε μεμονωμένο έτος άσκησης των καθηκόντων τους, οι βουλευτές κατοχυρώνουν ως αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα το δύο κόμμα πέντε τοις εκατό της εκάστοτε ισχύουσας μηνιαίας αποζημίωσης.
Με την επιτυχή ολοκλήρωση μιας πλήρους τετραετούς νομοθετικής περιόδου στα έδρανα του κοινοβουλίου, το συγκεκριμένο ποσοστό αθροίζεται αυτόματα στο δέκα τοις εκατό των αποδοχών που λαμβάνουν οι εν ενεργεία πολιτικοί. Υπό το πρίσμα των νέων αυξήσεων που τίθενται σε εφαρμογή από τον Ιούλιο, η βασική σύνταξη για μια και μόνο τετραετή θητεία αναβαθμίζεται από τα χίλια εκατόν ογδόντα τρία ευρώ, στα χίλια διακόσια τριάντα τρία ευρώ.
Η συγκεκριμένη συνταξιοδοτική εξέλιξη αναδεικνύει μια τεράστια και συχνά αμφιλεγόμενη απόκλιση σε σχέση με την ευρύτερη αγορά εργασίας. Βάσει των επίσημων στατιστικών συγκρίσεων, ένας μέσος εργαζόμενος στη χώρα θα έπρεπε να συμπληρώσει τριάντα ολόκληρα χρόνια αδιάλειπτης εργασίας και συνεχών ασφαλιστικών εισφορών για να μπορέσει να εξασφαλίσει το ίδιο ακριβώς ποσό ως μηνιαία συνταξιοδοτική παροχή στο τέλος του μακρόχρονου εργασιακού του βίου.