Θετικός είναι ο αντίκτυπος της αύξησης του κατώτατου μισθού για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους στη Βαυαρία, με τις γυναίκες να αποτελούν τη βασική ομάδα που ωφελείται από τη νέα ρύθμιση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κρατικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η αναπροσαρμογή των αποδοχών που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου ενισχύει το εισόδημα ενός σημαντικού τμήματος του εργατικού δυναμικού, αν και ο ακριβής αριθμός των δικαιούχων παραμένει ρευστός λόγω της δυναμικής της αγοράς.
Οι υπολογισμοί της υπηρεσίας βασίζονται σε δεδομένα του Απριλίου 2025, σύμφωνα με τα οποία περίπου 688.000 εργαζόμενοι αμείβονταν με λιγότερα από 13,90 ευρώ την ώρα. Για αυτή την κατηγορία, η εφαρμογή του νέου ορίου συνεπάγεται μια μέση αύξηση αποδοχών της τάξης του 6%. Ωστόσο, οι στατιστικολόγοι επισημαίνουν πως ο πραγματικός αριθμός όσων είδαν αύξηση την Πρωτοχρονιά ενδέχεται να είναι μικρότερος, καθώς πολλοί εργαζόμενοι πιθανόν να έλαβαν ενδιάμεσες μισθολογικές αυξήσεις στο διάστημα που μεσολάβησε από τον Απρίλιο μέχρι το τέλος του έτους.
Κερδισμένες οι γυναίκες και ο τομέας υπηρεσιών
Η ανάλυση των στοιχείων αναδεικνύει σαφείς διαφοροποιήσεις ανά φύλο και κλάδο απασχόλησης. Το μέτρο φαίνεται να λειτουργεί ευεργετικά κυρίως για τις γυναίκες, καθώς το 12% των γυναικών εργαζομένων σε θέσεις που καλύπτονται από τον κατώτατο μισθό επωφελείται από την αύξηση, έναντι μόλις 8% των ανδρών. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στους τομείς της οικονομίας: στον κλάδο των υπηρεσιών το ποσοστό των επηρεαζόμενων φτάνει το 12%, ενώ στη βιομηχανία και το παραγωγικό εμπόριο περιορίζεται στο 5%.
Η επόμενη προγραμματισμένη αύξηση στα 14,60 ευρώ ανά ώρα, η οποία αναμένεται την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, εκτιμάται ότι θα αφορά θεωρητικά έως και ένα εκατομμύριο εργαζομένους, αν και αυτός ο αριθμός αναμένεται να μειωθεί λόγω των συλλογικών διαπραγματεύσεων που θα μεσολαβήσουν. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (DGB) στη Βαυαρία, Bernhard Stiedl, χαρακτήρισε την αύξηση ως αναγκαίο βήμα για την κοινωνική δικαιοσύνη και τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, τόνισε πως ο κατώτατος μισθός αποτελεί απλώς ένα ελάχιστο όριο ασφαλείας και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες διασφαλίζουν καλύτερους όρους και σταθερότητα.
