Ελβετία – Μια ιστορική τομή στο εθνικό φορολογικό σύστημα αποφάσισαν οι ψηφοφόροι μέσα από την πρόσφατη εκλογική διαδικασία, εγκρίνοντας την πλήρη μετάβαση στην ατομική φορολόγηση όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως της οικογενειακής τους κατάστασης.
Με ποσοστό που άγγιξε το πενήντα τέσσερα τοις εκατό, το εκλογικό σώμα ενέκρινε τη σαρωτική μεταρρύθμιση που βάζει οριστικό τέλος στην κοινή δήλωση εισοδημάτων για τα έγγαμα ζευγάρια και τους εγγεγραμμένους συντρόφους.
Η προσέλευση στις κάλπες διαμορφώθηκε σχεδόν στο πενήντα έξι τοις εκατό, με περισσότερους από ενάμιση εκατομμύριο πολίτες να δίνουν το πράσινο φως σε μια νομοθεσία που αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως τα οικονομικά δεδομένα της χώρας.
Η βασική αρχή του νέου πλαισίου, το οποίο επικράτησε κυρίως με την υποστήριξη της γαλλόφωνης πλευράς της χώρας -με εξαίρεση το καντόνι Valais- και των μεγάλων αστικών κέντρων, στηρίζεται στην απόλυτη οικονομική ανεξαρτησία των προσώπων απέναντι στην εφορία.
Οι φορολογικές αρχές σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο καλούνται πλέον να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα, όπου το πιστοποιητικό γάμου παύει να αποτελεί κριτήριο για τον υπολογισμό των φορολογικών συντελεστών.
Η μετάβαση αυτή, ωστόσο, εγείρει σοβαρά ζητήματα εφαρμογής, τα οποία καλούνται να επιλύσουν οι αρμόδιοι θεσμοί τα επόμενα χρόνια.
Το τέλος ενός αιώνα κοινής φορολόγησης και η αρχή της αυτοτέλειας
Μέχρι σήμερα, το ισχύον νομικό καθεστώς επέβαλε την από κοινού φορολόγηση των εγγάμων και των προσώπων σε σύμφωνο συμβίωσης, αθροίζοντας τα εισοδήματά τους.
Αυτή η πρακτική, λόγω της προοδευτικής κλίμακας του φορολογικού συστήματος, είχε ως αποτέλεσμα τα ζευγάρια όπου εργάζονται και οι δύο σύζυγοι να αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλότερους συντελεστές σε σύγκριση με άγαμα ζευγάρια (καθεστώς Konkubinat) που δήλωναν ακριβώς τα ίδια ποσά, αλλά σε ξεχωριστές δηλώσεις.
Το φαινόμενο αυτό καθιερώθηκε στη δημόσια σφαίρα με τον όρο “ποινή γάμου” και αποτελούσε πάγιο σημείο τριβής στην πολιτική ζωή του τόπου.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που είχε καταθέσει το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου, περίπου εξακόσιες δέκα χιλιάδες έγγαμα ζευγάρια υφίσταντο αυτή τη σιωπηρή οικονομική τιμωρία.
Στον αντίποδα, υπήρχε και ένα αξιοσημείωτο ποσοστό -περίπου εξακόσιες εβδομήντα χιλιάδες ζευγάρια- όπου η ύπαρξη του γάμου λειτουργούσε ευεργετικά, προσφέροντας το λεγόμενο “μπόνους γάμου”, κυρίως σε περιπτώσεις όπου ο ένας εκ των δύο συζύγων είχε πολύ χαμηλό ή μηδενικό εισόδημα.
Το νέο σύστημα καταργεί οριζόντια όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες, επιβάλλοντας την υποβολή δύο ξεχωριστών φορολογικών φακέλων για κάθε σπίτι.
Ο μακρύς νομικός δρόμος προς τη φορολογική δικαιοσύνη
Η συζήτηση γύρω από τον εξορθολογισμό των φορολογικών βαρών δεν αποτελεί μια νέα πολιτική εξέλιξη, αλλά αποτελεί τη συνέχεια μιας θεσμικής διαμάχης που διαρκεί δεκαετίες.
Ήδη από το χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (Bundesgericht) είχε εκδώσει μια ιστορική απόφαση, κρίνοντας ότι η δυσμενής φορολογική μεταχείριση των εγγάμων έναντι των άγαμων ζευγαριών αντίκειται στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές.
Παρά την ξεκάθαρη δικαστική ετυμηγορία, όλες οι επακόλουθες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την κατάργηση αυτής της αδικίας στην άμεση ομοσπονδιακή φορολογία κατέληγαν παραδοσιακά σε αδιέξοδο.
Η κρίσιμη καμπή σημειώθηκε το δύο χιλιάδες είκοσι, όταν το κοινοβούλιο έδωσε σαφή εντολή στην κυβέρνηση να σχεδιάσει τη μετάβαση στην ατομική φορολόγηση.
Η διαδικασία επιταχύνθηκε περαιτέρω δύο χρόνια αργότερα, με την κατάθεση της πρωτοβουλίας για τη “Φορολογική Δικαιοσύνη” (Steuergerechtigkeits-Initiative), η οποία απαιτούσε ρητά την πλήρη αποσύνδεση της φορολογίας από την οικογενειακή κατάσταση.
Το κείμενο που τελικά εγκρίθηκε από τους πολίτες αποτελεί τον έμμεσο νομοθετικό αντίλογο σε αυτή την πρωτοβουλία, ενσωματώνοντας τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας για τη μετάβαση.
Πρακτικές αλλαγές στις δηλώσεις και κατανομή περιουσιακών στοιχείων
Η εφαρμογή του νέου πλαισίου επιφέρει ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά θα διαχειρίζονται τα περιουσιακά τους στοιχεία απέναντι στο κράτος.
Με βάση τα νέα δεδομένα, τα πάσης φύσεως έσοδα από επενδύσεις ή καταθέσεις θα επιμερίζονται αυστηρά σύμφωνα με τα πραγματικά ποσοστά ιδιοκτησίας του κάθε συντρόφου.
Πρόκειται ουσιαστικά για την καθολική επέκταση του μοντέλου που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία στα άγαμα ζευγάρια που συγκατοικούν, δίνοντας έμφαση στην προσωπική οικονομική αυτοτέλεια.
Σε περιπτώσεις κοινών περιουσιακών στοιχείων, όπως οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, η νομοθεσία προβλέπει τον ισομερή καταμερισμό τους, δηλαδή στο πενήντα τοις εκατό για τον κάθε σύζυγο.
Αναφορικά με την ακίνητη περιουσία, αποκλειστικό και αδιαπραγμάτευτο κριτήριο για την κατανομή των φορολογικών βαρών θα αποτελεί η επίσημη εγγραφή στα βιβλία του κτηματολογίου.
Η διαδικασία αυτή αναμένεται να αυξήσει δραματικά τον διοικητικό φόρτο, καθώς υπολογίζεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες θα πρέπει να επεξεργάζονται περίπου ενάμιση εκατομμύριο επιπλέον φορολογικούς φακέλους ετησίως.
Αναπροσαρμογή στις εκπτώσεις για τα παιδιά και τα νέα όρια
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που ρυθμίζει η νέα νομοθεσία αφορά τις φοροαπαλλαγές για την ανατροφή των τέκνων, οι οποίες υφίστανται σημαντική αναπροσαρμογή.
Στο πλαίσιο της άμεσης ομοσπονδιακής φορολογίας, η προβλεπόμενη έκπτωση αυξάνεται θεαματικά από τις έξι χιλιάδες οκτακόσια φράγκα, φτάνοντας πλέον στο ανώτατο όριο των δώδεκα χιλιάδων φράγκων.
Ωστόσο, η καινοτομία έγκειται στον τρόπο εφαρμογής της, καθώς το ποσό αυτό διαχωρίζεται υποχρεωτικά στη μέση, αποδίδοντας το μισό δικαίωμα έκπτωσης σε κάθε γονέα ξεχωριστά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το κοινοβούλιο απέρριψε τις προτάσεις για ευελιξία σε αυτόν τον τομέα. Η πλειοψηφία των βουλευτών αποφάσισε ότι απαγορεύεται αυστηρά η μεταβίβαση του ανεκμετάλλευτου υπολοίπου της έκπτωσης από τον έναν γονέα στον άλλον.
Η πλευρά της μειοψηφίας εξέφρασε έντονες αντιρρήσεις σε αυτή τη ρύθμιση, επισημαίνοντας τον κίνδυνο να χαθεί οριστικά το όφελος της απαλλαγής εάν ο ένας από τους δύο γονείς δηλώνει τόσο χαμηλά εισοδήματα ώστε να μην υπόκειται ούτως ή άλλως σε καταβολή ομοσπονδιακού φόρου.
Επιπτώσεις στα κρατικά έσοδα και ο ρόλος των τοπικών κυβερνήσεων
Η αποσύνδεση της φορολογίας από τον γάμο δημιουργεί αναπόφευκτα ένα σημαντικό κενό στα δημόσια οικονομικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρμόδιων επιτροπών, το νέο μοντέλο θα προκαλέσει απώλειες εσόδων που εκτιμώνται στα εξακόσια τριάντα εκατομμύρια φράγκα σε ομοσπονδιακό επίπεδο μόνο για το φορολογικό έτος δύο χιλιάδες είκοσι έξι.
Από αυτό το ποσό, περίπου εκατόν τριάντα εκατομμύρια φράγκα αφορούν άμεσα τα ταμεία των καντονιών, καθώς βάσει του συντάγματος λαμβάνουν συγκεκριμένο ποσοστό από τις ομοσπονδιακές εισπράξεις.
Το μέγεθος του οικονομικού αντικτύπου στα επιμέρους καντόνια και τους δήμους παραμένει εξαιρετικά ρευστό και θα εξαρτηθεί άμεσα από τον τρόπο που οι τοπικές κυβερνήσεις θα προσαρμόσουν τους δικούς τους φορολογικούς συντελεστές.
Αυτή η αβεβαιότητα εξηγεί γιατί δεκάδες τοπικές κυβερνήσεις, υπό την ομπρέλα της διάσκεψης KDK, αντιτάχθηκαν σθεναρά στο νόμο, κάνοντας λόγο για αχρείαστη παρέμβαση στην αυτονομία τους.
Ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος, παρείχε στα καντόνια μια εκτενή μεταβατική περίοδο έξι ετών, θέτοντας ως καταληκτική ημερομηνία πλήρους εφαρμογής την πρώτη Ιανουαρίου του δύο χιλιάδες τριάντα δύο.
Ποιοι ωφελούνται οικονομικά και το πολιτικό παρασκήνιο της επόμενης μέρας
Η αρχιτεκτονική των νέων συντελεστών σχεδιάστηκε με γνώμονα την ελάφρυνση των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων.
Αντίθετα, όσοι εντάσσονται στα ανώτατα εισοδηματικά κλιμάκια θα δουν τις φορολογικές τους επιβαρύνσεις να αυξάνονται αισθητά.
Σε πρακτικό επίπεδο, τα έγγαμα ζευγάρια όπου και οι δύο σύζυγοι λαμβάνουν περίπου ισάξιους μισθούς αναμένεται να δουν σημαντική βελτίωση στα εκκαθαριστικά τους.
Αντιθέτως, τα νοικοκυριά που στηρίζονται αποκλειστικά σε έναν εργαζόμενο, ή όπου υπάρχει τεράστια απόκλιση μεταξύ των δύο μισθών, θα κληθούν πιθανότατα να καταβάλουν υψηλότερους ομοσπονδιακούς φόρους.
Παρά το καθαρό εκλογικό αποτέλεσμα, το ζήτημα της φορολόγησης δεν θεωρείται ότι έχει κλείσει οριστικά πολιτικά.
Μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως το SVP και το Mitte, επιμένουν στην προώθηση μιας παράλληλης λαϊκής πρωτοβουλίας που στοχεύει στην κατάργηση της “ποινής γάμου” αποκλειστικά μέσω της εξίσωσης των συντελεστών, διατηρώντας όμως ανέπαφη την κοινή δήλωση συζύγων.
Το πολιτικό σκηνικό παραμένει θερμό, καθώς οι συγκεκριμένες δυνάμεις εκτιμούν ότι η δική τους πρόταση θα μπορούσε να τεθεί σε ψηφοφορία ακόμη και μέσα στο τρέχον έτος, περιπλέκοντας ενδεχομένως τη διαδικασία μετάβασης στο ατομικό μοντέλο.