Έσση – Ένα νέο νομικό πλαίσιο που αφορά την παρακολούθηση των ψηφιακών ιχνών μεταναστών βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη Γερμανία.
Ο υπουργός Εσωτερικών του κρατιδίου της Έσσης, Roman Poseck, καταθέτει πρόταση για την ενίσχυση των κρατικών εξουσιών, ζητώντας να επιτραπεί η παρακολούθηση και ο εντοπισμός των κινητών τηλεφώνων ατόμων που αντιμετωπίζουν απέλαση και η τοποθεσία των οποίων αγνοείται.
Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, οι γερμανικές αστυνομικές αρχές διαθέτουν εξαιρετικά περιορισμένα νομικά εργαλεία για την κράτηση ατόμων που περιμένουν τον επαναπατρισμό τους.
Η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία αναμένεται να κατατεθεί επίσημα κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Υπουργών Εσωτερικών (Innenministerkonferenz), η οποία είναι προγραμματισμένη να διεξαχθεί στο Αμβούργο το διάστημα μεταξύ 17 και 19 Ιουνίου του 2026.
Η νομική πρόταση και το νομοθετικό κενό
Ο πολιτικός εκπρόσωπος της Έσσης υπογραμμίζει ότι ο ισχύων νόμος περί διαμονής (Aufenthaltsgesetz) δεν παρέχει καμία νομική βάση για τον εντοπισμό κινητών συσκευών ή την παρακολούθηση ατόμων, επισημαίνοντας την ανάγκη άμεσης δημιουργίας αυτού του μηχανισμού.
Όπως εξηγεί ο ίδιος, η συνηθέστερη αιτία για την αποτυχία μιας διαδικασίας επαναπατρισμού είναι η αδυναμία εντοπισμού του εκάστοτε προσώπου από τις αρμόδιες αρχές τη στιγμή της εκτέλεσης της απόφασης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, βάσει της υφιστάμενης γερμανικής νομοθεσίας, η αστυνομία επιτρέπεται να παρακολουθεί τις τηλεπικοινωνίες μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχει υποψία για σοβαρά εγκλήματα, όπως η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η κακοποίηση ανηλίκων ή οι ανθρωποκτονίες.
Ακόμη και σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις, η διαδικασία απαιτεί την προηγούμενη εξασφάλιση δικαστικού εντάλματος από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
Οι αντιδράσεις από θεσμικούς φορείς
Η κατάθεση της πρότασης προκάλεσε την άμεση αντίδραση ανθρωπιστικών και συνδικαλιστικών φορέων.
Ο Timmo Schrenberg, διευθύνων σύμβουλος του Συμβουλίου Προσφύγων (Flüchtlingsrat) της Έσσης, απορρίπτει κατηγορηματικά τις προτάσεις, χαρακτηρίζοντάς τις ως φαντασιώσεις ενός κράτους παρακολούθησης.
Εκπρόσωποι του οργανισμού διευκρινίζουν ότι, βάσει των δικών τους αναλύσεων, λιγότεροι από τους μισούς πρόσφυγες εξαφανίζονται σκόπιμα πριν από μια προγραμματισμένη πτήση απέλασης, καθώς σε πολλές περιπτώσεις απουσιάζουν από την κατοικία τους απλώς λόγω εργασίας ή καθημερινών αναγκών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Γερμανική Αστυνομική Ένωση (GdP). Ο επικεφαλής της, Jochen Kopelke, αντιτίθεται σθεναρά στο μέτρο, παρομοιάζοντας την προτεινόμενη τακτική με ακραίες πρακτικές καταδίωξης που εφαρμόζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο ίδιος καλεί τις υπηρεσίες αλλοδαπών και το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης (Bundesamt für Migration und Flüchtlinge) να επιλύσουν τα δικά τους οργανωτικά προβλήματα εφαρμογής των αποφάσεων, ζητώντας να σταματήσει η προσπάθεια χρησιμοποίησης των αστυνομικών δυνάμεων για σκοπούς ψηφιακής παρακολούθησης και τηλεφωνικού εντοπισμού.