Γερμανία – Η γερμανική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση, με την πολυαναμενόμενη ανάκαμψη να παραμένει άφαντη και τον κίνδυνο μιας νέας κατάρρευσης της αγοράς εργασίας να διαγράφεται έντονα για το 2026. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι παγκόσμιες αβεβαιότητες και η υποτονική ζήτηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό επιβαρύνουν ασφυκτικά τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα.
Αν και παρατηρούνται ανεπαίσθητες τάσεις σταθεροποίησης σε μεμονωμένους τομείς, η προοπτική μιας ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Πολλές εταιρείες αναγκάζονται να λειτουργούν με εξαιρετική προσοχή, αναβάλλοντας προγραμματισμένα επενδυτικά έργα και προχωρώντας σε σημαντική μείωση των παραγωγικών τους δυνατοτήτων, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις πιέσεις και να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους στο τρέχον δυσμενές περιβάλλον. Το κλίμα αβεβαιότητας ενισχύεται, καθώς οι προοπτικές για τους εργαζομένους καθίστανται ολοένα και πιο δυσοίωνες.
Ο αντίκτυπος στους εργαζομένους και τα μέτρα λιτότητας
Ούτε για το 2026 διαφαίνεται ουσιαστική χαλάρωση των πιέσεων στη γερμανική αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις, η τάση μείωσης του προσωπικού αναμένεται να συνεχιστεί, πλήττοντας ιδιαίτερα τους κλάδους που εξαρτώνται άμεσα από τη βιομηχανική παραγωγή. Οι διοικήσεις των εταιρειών εξετάζουν ήδη την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων λιτότητας, με βασικό στόχο τη δραστική μείωση των λειτουργικών εξόδων και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους στις διεθνείς αγορές.
Για το εργατικό δυναμικό, αυτή η στρατηγική μεταφράζεται σε ραγδαία αυξανόμενη ανασφάλεια. Συμβάσεις ορισμένου χρόνου αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μην ανανεωθούν, οι προγραμματισμένες νέες προσλήψεις αναστέλλονται, ενώ η βιωσιμότητα ολόκληρων εγκαταστάσεων και παραρτημάτων τίθεται υπό αυστηρή επανεξέταση. Παράλληλα, αυξάνεται δραματικά η πίεση προς τους υπαλλήλους που διατηρούν τις θέσεις τους, καθώς καλούνται να επωμιστούν τον αυξημένο όγκο εργασίας που προκύπτει από την ανακατανομή των καθηκόντων.
Ειδικοί αναλυτές της αγοράς εργασίας εκτιμούν ότι αυτή η επίπονη διαδικασία προσαρμογής θα παραταθεί πολύ πέραν του επόμενου έτους. Η συγκεκριμένη εξέλιξη εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, καθώς δεν προκαλεί μόνο επώδυνες περικοπές σε ατομικό επίπεδο, αλλά απειλεί να επιφέρει βαθιές δομικές αλλοιώσεις σε ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και νευραλγικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.
Η έρευνα της DIHK και το κλίμα στις επιχειρήσεις
Το βάθος των συνεπειών που αφήνει πίσω της η συνεχιζόμενη οικονομική αδυναμία αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα πλέον πρόσφατα στατιστικά δεδομένα. Βάσει έρευνας που διεξήγαγε η Κεντρική Ένωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Γερμανίας (DIHK), σε δείγμα εικοσιέξι χιλιάδων επιχειρήσεων, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά τεταμένη σε μεγάλο τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας. Μέχρι στιγμής δεν καταγράφεται καμία ουσιαστική ένδειξη ανάκαμψης, με πολυάριθμες εταιρείες να αναφέρουν διστακτικότητα στην υλοποίηση επενδύσεων και θολές προοπτικές για το μέλλον.
Τα ευρήματα της έρευνας υποδεικνύουν με σαφήνεια ότι η παρατεταμένη στασιμότητα δεν περιορίζεται αυστηρά σε μεμονωμένους κλάδους, αλλά διαχέεται οριζόντια σε πολλαπλούς τομείς της επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας ένα γενικευμένο κλίμα απαισιοδοξίας. Οι διοικήσεις των εταιρειών προετοιμάζονται για παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, προσαρμόζοντας τα επιχειρηματικά τους σχέδια στα νέα, πιο δυσμενή δεδομένα που διαμορφώνονται στην αγορά. Το κλίμα αυτό εμποδίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και συντηρεί τον φαύλο κύκλο της οικονομικής συρρίκνωσης, ο οποίος επηρεάζει άμεσα τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
Δραματική μείωση του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία
Το μέγεθος του πλήγματος που έχει ήδη δεχθεί η γερμανική βιομηχανία αναδεικνύεται περαιτέρω από τους υπολογισμούς της ελεγκτικής εταιρείας EY. Βασιζόμενη σε επίσημα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis), η εταιρεία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εντός του 2025 καταργήθηκαν περίπου 124.000 θέσεις εργασίας σε βιομηχανικές μονάδες που απασχολούν τουλάχιστον πενήντα εργαζομένους.
Αυτή η δραματική εξέλιξη οδήγησε στη συρρίκνωση του συνολικού αριθμού των απασχολουμένων στον συγκεκριμένο τομέα στα 5,38 εκατομμύρια, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 2,3% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η απώλεια θέσεων εργασίας αποδείχθηκε σημαντικά πιο έντονη σε σχέση με τις αντίστοιχες μειώσεις που καταγράφηκαν το 2024, σηματοδοτώντας μια σαφή και ανησυχητική επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας.
Η συνεχιζόμενη αυτή αιμορραγία εξειδικευμένου προσωπικού υπογραμμίζει τις δομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η βιομηχανική παραγωγή στη χώρα, ενισχύοντας τους φόβους για μόνιμη αποβιομηχάνιση. Ο συνδυασμός του υψηλού λειτουργικού κόστους και της μειωμένης ανταγωνιστικότητας δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον, το οποίο δύσκολα θα ανατραπεί χωρίς ριζικές αλλαγές στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο.