Γερμανία – Η γερμανική αγορά εργασίας εξακολουθεί να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια παρατεταμένη κατάσταση στασιμότητας, χωρίς να διαφαίνονται τα παραμικρά σημάδια μιας ουσιαστικής ανάκαμψης. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δεδομένα που είδαν το φως της δημοσιότητας, ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας παραμένει πεισματικά καθηλωμένος πάνω από το ψυχολογικό και πρακτικό όριο των τριών εκατομμυρίων.
Οι αρμόδιοι θεσμικοί παράγοντες, αναλύοντας την τρέχουσα εικόνα, διαπιστώνουν πως η παραδοσιακή ώθηση που αναμένεται κάθε χρόνο με τον τερματισμό της χειμερινής περιόδου, απλώς δεν υφίσταται στην παρούσα φάση. Αυτή η έλλειψη δυναμικής προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς παραδοσιακά τέτοια εποχή κλάδοι όπως οι κατασκευές και η γαστρονομία ξεκινούν μαζικές προσλήψεις, κάτι που φέτος αγνοείται παντελώς. Το Ομοσπονδιακό Πρακτορείο Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit), με έδρα τη Νυρεμβέργη, καταγράφει μια εικόνα που απέχει παρασάγγας από οποιαδήποτε έννοια θετικής αναστροφής του κλίματος.
Η παρατεταμένη αυτή αδυναμία δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας αντανακλά ευρύτερες δομικές προκλήσεις της γερμανικής οικονομίας, η οποία δυσκολεύεται να απορροφήσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο τόσο για τους ίδιους τους πολίτες όσο και για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της χώρας. Η απουσία της εαρινής αναζωογόνησης εδραιώνει το αφήγημα μιας αγοράς σε μόνιμη κρίση, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες για μια γρήγορη εξομάλυνση της κατάστασης μέσα στους πρώτους μήνες του έτους.
Οι ειδικοί της αγοράς παρακολουθούν με αυξημένη προσοχή αυτή την εξέλιξη, καθώς η διατήρηση των αρνητικών ρεκόρ εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την κοινωνική συνοχή και την ευρύτερη οικονομική σταθερότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης. Η απουσία κινητικότητας και η διατήρηση της ανεργίας σε νούμερα που θυμίζουν παλαιότερες εποχές κρίσης, αναδεικνύουν την ανάγκη για βαθύτερες αναλύσεις γύρω από τις αντοχές του γερμανικού μοντέλου απασχόλησης.
Η ανατομία των νέων στοιχείων και η σταθεροποίηση σε υψηλά επίπεδα
Μπαίνοντας στον πυρήνα των αριθμητικών δεδομένων για τον μήνα Φεβρουάριο, οι επίσημες καταγραφές δείχνουν ότι 3,07 εκατομμύρια πολίτες παραμένουν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανεργίας. Αν και σημειώθηκε μια εντελώς οριακή πτώση της τάξης των 15.000 ατόμων σε σχέση με τον Ιανουάριο, όπου ο αριθμός είχε σκαρφαλώσει στα 3,085 εκατομμύρια, η μεταβολή αυτή κρίνεται ως καθαρά στατιστική λεπτομέρεια χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, η ανεργία παρουσιάζει καθαρή αύξηση κατά 81.000 άτομα, επιβεβαιώνοντας την αρνητική πορεία. Το ποσοστό ανεργίας σημείωσε μια ελάχιστη διόρθωση προς τα κάτω, πέφτοντας κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες στο 6,5 τοις εκατό. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα επίπεδα του Ιανουαρίου αποτελούσαν το υψηλότερο καταγεγραμμένο νούμερο από το 2014, σηματοδοτώντας ουσιαστικά ένα αρνητικό ρεκόρ δωδεκαετίας. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, εάν αφαιρεθούν οι εποχικές διακυμάνσεις και οι χειμερινές επιδράσεις, η αγορά εργασίας πρακτικά παρέμεινε απολύτως στάσιμη, καταγράφοντας μια ανεπαίσθητη αύξηση της τάξης των 1.000 ατόμων.
Παράλληλα, η υποαπασχόληση υπολογίζεται στα 3,724 εκατομμύρια, νούμερο που ελάχιστα διαφέρει από την περσινή εικόνα. Η ζήτηση για νέα χέρια από την πλευρά των εργοδοτών παραμένει εξαιρετικά συγκρατημένη, με τον αριθμό των ανοιχτών θέσεων εργασίας να ανέρχεται στις 638.000, σχεδόν αμετάβλητος. Παρότι ένας επιμέρους δείκτης θέσεων εργασίας έδειξε μια μικρή άνοδο, οι ίδιες οι αρχές σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι αυτό οφείλεται σε ειδικά στατιστικά φαινόμενα μαζικών αναφορών και όχι σε πραγματική αύξηση της ζήτησης.
Οι θεσμικές τοποθετήσεις και η απουσία της εαρινής αναζωογόνησης
Η αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης από τα πλέον επίσημα χείλη επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της συγκυρίας. Κατά τη διάρκεια της επίσημης ενημέρωσης, η επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Πρακτορείου Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit), Andrea Nahles, περιέγραψε με μελανά χρώματα την πορεία της απασχόλησης. Μεταφέροντας το στίγμα των δηλώσεών της σε πλάγιο λόγο, η ίδια ξεκαθάρισε πως, παρά την προσδοκώμενη λήξη της χειμερινής ανάπαυλας, η αγορά εργασίας αδυνατεί να βρει τον βηματισμό της και να αποκτήσει την απαραίτητη ορμή. Η Andrea Nahles τόνισε χαρακτηριστικά ότι τα επίπεδα της ανεργίας παραμένουν πεισματικά αμετάβλητα, εδραιωμένα πάνω από το φράγμα των τριών εκατομμυρίων, αποκλείοντας κάθε συζήτηση για ουσιαστική ανάκαμψη. Η παραδοσιακή άνοιξη στην αγορά εργασίας, η οποία συνήθως χαρακτηρίζεται από ένα κύμα νέων προσλήψεων, αγνοείται πλήρως.
Το φαινόμενο αυτό πλήττει ιδιαίτερα τους τομείς εκείνους που βασίζονται στις καλές καιρικές συνθήκες και την αύξηση της κατανάλωσης, όπως οι οικοδομικές εργασίες, τα ευρύτερα κατασκευαστικά έργα και η βιομηχανία της φιλοξενίας και της εστίασης. Η απόλυτη απουσία αυτής της εποχικής ένεσης ρευστότητας στην αγορά εργασίας καταδεικνύει μια βαθύτερη διστακτικότητα των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις και προσλήψεις προσωπικού, τηρώντας στάση αναμονής απέναντι στις συνεχιζόμενες οικονομικές προκλήσεις. Η καταγραφή αυτή από τον κορυφαίο θεσμό της χώρας για την εργασία αποδομεί πλήρως οποιαδήποτε οπτική άμεσης και εύκολης αντιστροφής του δυσμενούς κλίματος.
Οι επιπτώσεις στο σύστημα πρόνοιας και η εικόνα των επιδομάτων
Οι συνέπειες αυτής της παρατεταμένης δυσπραγίας στην αγορά εργασίας αποτυπώνονται με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στα δεδομένα των κοινωνικών παροχών, ασκώντας σημαντική πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή 1,111 εκατομμύρια πολίτες στηρίζονται οικονομικά λαμβάνοντας το τακτικό επίδομα ανεργίας. Το νούμερο αυτό μεταφράζεται σε μια διόλου ευκαταφρόνητη αύξηση της τάξης των 76.000 ατόμων σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, γεγονός που υποδεικνύει ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους και καταφεύγουν στο δίχτυ ασφαλείας του κράτους.
Επιπρόσθετα, ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού, που ανέρχεται σε 3,822 εκατομμύρια ικανά προς εργασία άτομα, εξαρτάται άμεσα από το λεγόμενο επίδομα πολίτη, γνωστό ως Bürgergeld, προκειμένου να καλύψει τις βασικές βιοτικές του ανάγκες. Αν και σε αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία καταγράφεται μια σχετική υποχώρηση κατά 149.000 άτομα σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο του 2025, ο συνολικός όγκος των δικαιούχων παραμένει δυσθεώρητος. Η εξάρτηση εκατομμυρίων πολιτών από τις κρατικές ενισχύσεις υπογραμμίζει την αδυναμία της πραγματικής οικονομίας να δημιουργήσει βιώσιμες συνθήκες διαβίωσης μέσω της μισθωτής εργασίας.
Τα νούμερα αυτά, πέραν της στατιστικής τους βαρύτητας, σκιαγραφούν μια κοινωνική πραγματικότητα όπου η επιστροφή στην κανονικότητα φαντάζει μακρινή. Σε κάθε περίπτωση, το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο για το αν η γερμανική βιομηχανία και ο τομέας των υπηρεσιών θα καταφέρουν τελικά να ανακόψουν αυτή την πορεία ή αν η κρίση στην απασχόληση θα λάβει μόνιμα δομικά χαρακτηριστικά.