Μείζον πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα έχει προκύψει στη Γερμανία σχετικά με τα ποσοστά απουσίας των εργαζομένων λόγω ασθενείας, με τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς (CDU) να θέτει ανοιχτά το ερώτημα εάν οι πολίτες καταφεύγουν υπερβολικά εύκολα σε αναρρωτικές άδειες. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο θεσμός της «τηλεφωνικής αναρρωτικής», με την κυβέρνηση και τις εργοδοτικές ενώσεις να πιέζουν για αυστηροποίηση του πλαισίου, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των συνδικάτων και μέρους της ιατρικής κοινότητας.
Ο Καγκελάριος Μερτς υπογράμμισε την ανάγκη για αύξηση της εθνικής οικονομικής απόδοσης, δηλώνοντας πως πρέπει να δημιουργηθούν κίνητρα ώστε οι πολίτες να παραμένουν στην εργασία τους. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Υπουργός Υγείας Nina Warken (CDU) προανήγγειλε την επανεξέταση των κανονισμών για την τηλεφωνική χορήγηση άδειας ασθενείας, ένα μέτρο που οι εργοδοτικοί φορείς ζητούν να καταργηθεί πλήρως.
Η οικονομική αιμορραγία και η πραγματική εικόνα της υγείας
Τα στοιχεία που τροφοδοτούν τη συζήτηση προέρχονται από διάφορες πηγές, αναδεικνύοντας το οικονομικό βάρος των απουσιών. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας (IW), το κόστος για τους εργοδότες λόγω αναρρωτικών αδειών ανήλθε στα 82 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2024, καταγράφοντας αύξηση δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε μια τριετία.
Από την πλευρά του ασφαλιστικού ταμείου DAK-Gesundheit, η ανάλυση για το 2025 δείχνει ότι το ποσοστό ασθενείας παρέμεινε σταθερό σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 5,4%. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο, κάθε ημέρα του έτους, 54 στους 1.000 εργαζόμενους απουσίαζαν από την εργασία τους. Συνολικά, οι εργαζόμενοι έλειψαν κατά μέσο όρο 19,5 ημερολογιακές ημέρες, αριθμός ελαφρώς μειωμένος σε σχέση με τις 19,7 ημέρες του 2024. Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, η οποία υπολογίζει εργάσιμες ημέρες, κατέγραψε μέσο όρο 14,8 ημερών απουσίας για το 2024.
Ως κύριες αιτίες για τις απουσίες αναδεικνύονται σταθερά οι αναπνευστικές παθήσεις, ενώ στη δεύτερη θέση βρίσκονται πλέον οι ψυχικές ασθένειες, όπως η κατάθλιψη, ακολουθούμενες από μυοσκελετικά προβλήματα. Η αύξηση των καταγεγραμμένων ημερών αποδίδεται εν μέρει και στην καθιέρωση της ηλεκτρονικής δήλωσης ασθενείας (eAU), η οποία εξασφαλίζει την πλήρη καταγραφή όλων των περιστατικών.
Ο ρόλος της «τηλεφωνικής αναρρωτικής» και οι αντιδράσεις
Παρά την κριτική που δέχεται η δυνατότητα λήψης αναρρωτικής άδειας μέσω τηλεφώνου, τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν ότι αποτελεί τον κύριο παράγοντα της αύξησης των απουσιών. Σύμφωνα με στοιχεία του Κεντρικού Ινστιτούτου των Ταμείων Υγείας, τον Οκτώβριο του 2025 οι τηλεφωνικές γνωματεύσεις αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,9% του συνόλου των περιπτώσεων. Μελέτη του ταμείου AOK δεν εντόπισε ενδείξεις συστηματικής κατάχρησης, ενώ οι οικογενειακοί γιατροί υπεραμύνονται του μέτρου ως εργαλείο μείωσης της γραφειοκρατίας και αποφυγής μετάδοσης λοιμώξεων στα ιατρεία.
Ωστόσο, ο επικεφαλής της Ένωσης Συμβεβλημένων Ιατρών (KBV), Andreas Gassen, εξέφρασε την άποψη ότι η διαδικασία «προσκαλεί» σε κατάχρηση, καθώς είναι αδύνατη η αξιόπιστη διάγνωση εξ αποστάσεως. Αντίθετα, τα συνδικάτα και η αντιπολίτευση προειδοποιούν κατά της δημιουργίας ενός κλίματος γενικευμένης καχυποψίας απέναντι στους εργαζόμενους. Η πρόεδρος του DGB, Yasmin Fahimi, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «το να στέλνεις άρρωστους ανθρώπους στη δουλειά δεν φέρνει ούτε μία νέα παραγγελία στη χώρα».
Εναλλακτικές προτάσεις και ευρωπαϊκό πλαίσιο
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Γερμανία κατατάσσεται στην άνω μέση κατηγορία με απώλεια του 6,8% του εργάσιμου χρόνου λόγω ασθένειας, πίσω από τη Νορβηγία (10,7%) αλλά πολύ πάνω από την Ελλάδα (0,4%). Ενόψει του αδιεξόδου, ο επικεφαλής της DAK, Andreas Storm, πρότεινε τη σύγκληση συνόδου κορυφής στην Καγκελαρία με τη συμμετοχή όλων των φορέων, ρίχνοντας στο τραπέζι την ιδέα της «μερικής αναρρωτικής άδειας» για συγκεκριμένες παθήσεις, όπου ο εργαζόμενος θα απουσιάζει μόνο για μέρος του ωραρίου του.
