Γερμανία – Αυστηρότερο πλαίσιο για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών προωθεί η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση υπό τον καγκελάριο Friedrich Merz, καταργώντας τη δυνατότητα τηλεφωνικής δήλωσης ασθένειας και καθιερώνοντας την υποχρεωτική προσκόμιση ιατρικής βεβαίωσης από την πρώτη ημέρα απουσίας. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση επηρεάζει άμεσα εκατομμύρια εργαζομένους, προκαλώντας ωστόσο έντονες αντιδράσεις από ειδικούς και αναλυτές της αγοράς εργασίας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Καταργείται η τηλεφωνική χορήγηση άδειας και καθιερώνεται ιατρική βεβαίωση από την πρώτη ημέρα ασθένειας.
- Ο μέσος όρος απουσίας λόγω ασθένειας στη Γερμανία ανέρχεται σε 14,7 ημέρες ετησίως ανά εργαζόμενο.
- Το 95,2% των εργαζομένων πηγαίνει στη δουλειά παρότι αισθάνεται άρρωστο, σύμφωνα με έρευνα της Civey.
Το σκεπτικό της κυβέρνησης και οι νέοι περιορισμοί
Ο καγκελάριος Friedrich Merz έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψη ότι η παραγωγικότητα στη χώρα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, συνδέοντας άμεσα το ζήτημα με τον υψηλό αριθμό χαμένων εργατοωρών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο μέσος όρος απουσίας των εργαζομένων ανέρχεται σε 14,7 ημέρες ετησίως, νούμερο το οποίο η κυβέρνηση θεωρεί υπερβολικό και επιζήμιο για την οικονομία.
Για την αναστροφή αυτής της κατάστασης, αποφασίστηκε η κατάργηση της τηλεφωνικής αναρρωτικής άδειας, ένα μέτρο που είχε τεθεί σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Πλέον, οι εργαζόμενοι θα υποχρεούνται να προσκομίζουν ιατρική βεβαίωση από την πρώτη ημέρα της απουσίας τους, αντί για την τρίτη ημέρα που ίσχυε μέχρι σήμερα, ενώ παράλληλα προωθείται και η δυνατότητα χορήγησης μερικής αναρρωτικής άδειας.
Τι αποκαλύπτουν τα πραγματικά στοιχεία για τους εργαζομένους
Αναλυτές και ειδικοί της αγοράς εργασίας επισημαίνουν ότι τα νέα μέτρα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική εικόνα που επικρατεί στους χώρους δουλειάς. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου ερευνών Civey, η οποία διεξήχθη σε δείγμα 2.000 εργαζομένων άνω των 18 ετών, οι απασχολούμενοι κάθε άλλο παρά αδιαφορούν για τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις.
Ειδικότερα, το 72% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αισθάνεται ενοχές όταν ενημερώνει τον εργοδότη του για λόγους υγείας, νιώθοντας την ανάγκη να απολογηθεί. Παράλληλα, το 74,4% έχει αντιμετωπίσει αρνητική αντίδραση από ανώτερο στέλεχος ή προϊστάμενο κατά την υποβολή αναρρωτικής άδειας, ενώ μόλις το 22,2% δεν έχει βιώσει ποτέ παρόμοια συμπεριφορά.
Ο κίνδυνος για την υγεία και την ασφάλεια στους χώρους εργασίας
Η πίεση που ασκείται στους εργαζομένους οδηγεί σε ανησυχητικά φαινόμενα, όπως καταδεικνύουν τα ευρήματα της έρευνας. Το εντυπωσιακό 95,2% του δείγματος παραδέχεται ότι έχει προσέλθει κανονικά στην εργασία του παρότι αισθανόταν άρρωστο, ενώ πάνω από το 70% έχει παρατηρήσει συναδέλφους να εργάζονται με εμφανή συμπτώματα ασθένειας.
Επιστημονικοί φορείς και γιατροί προειδοποιούν ότι η μη επαρκής ανάρρωση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους τόσο για την ατομική όσο και για τη δημόσια υγεία εντός της επιχείρησης. Η προσέλευση ασθενών στον χώρο εργασίας ευνοεί τη μετάδοση ιώσεων και μειώνει μακροπρόθεσμα τη συνολική παραγωγικότητα, γεγονός που καθιστά τα νέα κυβερνητικά μέτρα αναποτελεσματικά ως προς τη ρίζα του προβλήματος.