Ελβετία – Έντονες αντιδράσεις και ερωτήματα για την ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας στην Ελβετία έχει προκαλέσει η διαχείριση της ανάκλησης βρεφικών προϊόντων από τον κολοσσό τροφίμων Danone.
Η Ελβετική Ένωση Προστασίας Καταναλωτών (Stiftung Konsumentenschutz) εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά της εταιρείας, κατηγορώντας την για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ενημέρωση του κοινού και στην απόσυρση σκευασμάτων που κρίθηκαν ύποπτα για επιμόλυνση.
Η υπόθεση αφορά πάνω από δώδεκα κωδικούς της δημοφιλούς σειράς Aptamil, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τα ράφια λόγω υποψίας για την παρουσία του βακτηριακού είδους Cereulid, μιας τοξίνης που μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι, ενώ αντίστοιχα προϊόντα είχαν ήδη ανακληθεί στη Γερμανία και την Αυστρία από την προηγούμενη εβδομάδα, στην Ελβετία η διαδικασία κινήθηκε με σημαντική χρονοκαθυστέρηση.
Η Sara Stalder, διευθύντρια της Ένωσης, χαρακτήρισε τη σταδιακή και καθυστερημένη απόσυρση ως «απολύτως απαράδεκτη», τονίζοντας ότι η εταιρεία εξέθεσε βρέφη σε υγειονομικό κίνδυνο και άφησε τους γονείς στο σκοτάδι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Danone, από την πλευρά της, δικαιολόγησε την κίνηση επικαλούμενη νέες κατευθυντήριες τιμές που τέθηκαν σε ισχύ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο η καθυστέρηση στην ελβετική αγορά εγείρει ζητήματα διπλών στάνταρ.
Νομικό κενό και έλλειψη ορίων ασφαλείας
Το περιστατικό ανέδειξε σοβαρές θεσμικές ελλείψεις στο ελβετικό κανονιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια των τροφίμων.
Σύμφωνα με την Ένωση Προστασίας Καταναλωτών, το πρόβλημα με την τοξίνη Cereulid δεν είναι καινούργιο, καθώς μόλις τον περασμένο Ιανουάριο ο όμιλος Nestlé είχε προχωρήσει σε παρόμοιες ανακλήσεις για τον ίδιο λόγο.
Παρόλα αυτά, η Ελβετία εξακολουθεί να μην διαθέτει θεσμοθετημένο ανώτατο όριο για τη συγκεκριμένη ουσία, αφήνοντας ουσιαστικά στη διακριτική ευχέρεια των εταιρειών το πότε ένα προϊόν θεωρείται επικίνδυνο και πρέπει να αποσυρθεί.
Η απουσία δεσμευτικών ορίων επιτρέπει στις βιομηχανίες να λειτουργούν με βάση τη δική τους κρίση, κάτι που, σύμφωνα με τους επικριτές, οδηγεί σε φαινόμενα ολιγωρίας.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι οι εταιρείες συχνά αντιδρούν μόνο όταν η πίεση από την κοινή γνώμη ή τις αρχές γίνει αφόρητη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την προληπτική προστασία.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ασφάλειας Τροφίμων (BLV) φέρεται να μην έχει πλήρη εικόνα των ορίων που εφαρμόζει κάθε κατασκευαστής, γεγονός που δυσχεραίνει τον αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς.
Αίτημα για αυστηροποίηση του πλαισίου
Υπό το βάρος των εξελίξεων, η Ένωση Προστασίας Καταναλωτών ζητά την άμεση αναθεώρηση της νομοθεσίας και την επιβολή αυστηρότερων κανόνων υποχρεωτικής ενημέρωσης.
Η βασική θέση των εκπροσώπων των καταναλωτών είναι ότι η προστασία της υγείας πρέπει να υπερέχει αδιαπραγμάτευτα έναντι του φόβου των εταιρειών για τραυματισμό της φήμης τους.
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η Sara Stalder, οι γονείς πρέπει να έχουν την απόλυτη βεβαιότητα ότι τα προϊόντα που δίνουν στα παιδιά τους είναι άμεμπτα, κάτι που το τρέχον σύστημα αυτοελέγχου της βιομηχανίας φαίνεται να μην μπορεί να εγγυηθεί.
