Ελβετία – Η πρόσφατη απόφαση του ανώτατου αμερικανικού δικαστηρίου, το οποίο έκρινε παράνομους τους περισσότερους από τους δασμούς που είχε επιβάλει η κυβέρνηση του Donald Trump, δημιουργεί νέα δεδομένα για το διεθνές εμπόριο και τις ελβετικές επιχειρήσεις.
Η νομική αυτή εξέλιξη ανοίγει πλέον τον δρόμο για διεθνείς εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν ως άμεσοι εισαγωγείς με θυγατρικές στις Ηνωμένες Πολιτείες, να εγείρουν επίσημες οικονομικές αξιώσεις.
Ο στόχος είναι η ανάκτηση των επιπρόσθετων χρηματικών ποσών που είχαν καταβληθεί το προηγούμενο διάστημα υπό το καθεστώς των ακυρωθέντων δασμών.
Ανάμεσα στις επιχειρήσεις που εξετάζουν ήδη τις νομικές τους επιλογές βρίσκονται κορυφαία ονόματα της ελβετικής βιομηχανίας.
Η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μαζικών αιτημάτων επιστροφής κεφαλαίων, παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δείχνει διατεθειμένος να μεταβάλει την ευρύτερη οικονομική του πολιτική.
Η δικαστική απόφαση μεταβάλλει αισθητά την αρχική μειονεκτική θέση των εξαγωγικών εταιρειών, προσφέροντας ένα ισχυρό νομικό πάτημα για την έναρξη διαδικασιών ανάκτησης των καταβληθέντων ποσών.
Το πλήγμα για την εμπορική στρατηγική της Ουάσινγκτον είναι σημαντικό, ωστόσο η πρακτική εφαρμογή των επιστροφών αναμένεται να αποτελέσει μια σύνθετη νομική και γραφειοκρατική διαδικασία.
Η στάση της ελβετικής βιομηχανίας ρολογιών και σοκολάτας
Ο κλάδος της ελβετικής ωρολογοποιίας βρέθηκε στο επίκεντρο του δασμολογικού πολέμου τα προηγούμενα χρόνια, καθώς ο κύριος όγκος της παραγωγής πραγματοποιείται εντός των ελβετικών συνόρων με αποκλειστικό σκοπό την εξαγωγή στις διεθνείς αγορές.
Ήδη, δύο γνωστά ονόματα του επιχειρηματικού κόσμου διατυπώνουν ανοιχτά τις προθέσεις τους για διεκδίκηση των χρημάτων.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Breitling, Georges Kern, επιβεβαίωσε μέσω της εφημερίδας NZZ am Sonntag ότι η επιχείρηση με έδρα το Grenchen θα επιχειρήσει να ανακτήσει τους καταβληθέντες δασμούς από την αμερικανική κυβέρνηση.
Αν και ο ίδιος απέφυγε να προσδιορίσει το ακριβές ύψος των ποσών, διευκρίνισε ότι πρόκειται για εξαιρετικά σημαντικά κεφάλαια.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η εταιρεία παραγωγής σοκολάτας Läderach από το Glarus.
Εκπρόσωπος της επιχείρησης δήλωσε στην NZZ ότι η εταιρεία θα απευθυνθεί στις αμερικανικές αρχές, τονίζοντας πως αν υπάρξει η παραμικρή δυνατότητα επιστροφής των υπερβαλλόντων ποσών, η διοίκηση θα προχωρήσει στις άμεσες απαιτούμενες ενέργειες.
Η στάση αυτή καταδεικνύει την πρόθεση σημαντικού τμήματος της ελβετικής οικονομίας να εκμεταλλευτεί το νέο νομικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά τη δικαστική απόφαση.
Οι διαφορετικές στρατηγικές των κορυφαίων εταιρειών
Κατά τη διάρκεια της αυστηρής εφαρμογής των αμερικανικών δασμών, οι κορυφαίες ελβετικές βιομηχανίες επέλεξαν ριζικά διαφορετικές προσεγγίσεις για να αντιμετωπίσουν τις δυσμενείς εμπορικές συνθήκες.
Η διοίκηση της Swatch, υπό τον Nick Hayek, επέλεξε μια πολιτική ανοιχτής αντιπαράθεσης, με τον επικεφαλής της εταιρείας να καταγράφεται ως ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές μιας σκληρής γραμμής απέναντι στην αμερικανική κυβέρνηση.
Στον αντίποδα, η ηγεσία της Rolex ακολούθησε μια κατευναστική διπλωματική οδό.
Ο διευθύνων σύμβουλος Jean-Frédéric Dufour συμμετείχε στην επίσκεψη Ελβετών επιχειρηματιών στο Οβάλ Γραφείο, κατά τη διάρκεια της οποίας προσέφερε ένα πολυτελές ρολόι στον Donald Trump, σε μια προσπάθεια εξομάλυνσης των εμπορικών σχέσεων.
Αυτή η διχογνωμία στον τρόπο διαχείρισης της κρίσης αντανακλά την πολυπλοκότητα της αμερικανικής αγοράς και τον διαφορετικό βαθμό έκθεσης της κάθε επιχείρησης στην επιθετική εμπορική πολιτική που εφαρμόστηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, η σημερινή εξέλιξη τοποθετεί όλες τις εταιρείες μπροστά σε μια κοινή προοπτική νομικής δικαίωσης και οικονομικής αναπλήρωσης.
Η επίσημη τοποθέτηση και οι μελλοντικές διαπραγματεύσεις
Σε κυβερνητικό επίπεδο, η επίσημη Ελβετία τηρεί στάση αναμονής, αποφεύγοντας τις βεβιασμένες νομικές κινήσεις έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) σχεδιάζει να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με την αμερικανική πλευρά, λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη αβεβαιότητα που εξακολουθεί να κυριαρχεί.
Οι πρώτες αντιδράσεις του Donald Trump μετά την ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης κατέδειξαν την απροθυμία του να εγκαταλείψει την αυστηρή δασμολογική του πολιτική.
Αρχικά, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να επιβάλει έναν παγκόσμιο δασμό της τάξης του 10%, επικαλούμενος διαφορετική νομοθεσία, ενώ λίγο αργότερα αύξησε το προτεινόμενο ποσοστό στο 15%.
Ο Ελβετός πρόεδρος, Guy Parmelin, διασαφήνισε ότι ο κεντρικός στόχος της ελβετικής πλευράς παραμένει η επίτευξη μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας η οποία θα προσφέρει μακροπρόθεσμη σταθερότητα, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές νομικές και πολιτικές ανακατατάξεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη θωράκιση του συνόλου των ελβετικών εξαγωγών, διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας σε ανώτατο επίπεδο.
Η ελβετική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το εμπορικό τοπίο παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητο, παρά τη θετική νομική εξέλιξη που αφορά το παρελθόν.
Οι διαπραγματευτικές προσπάθειες θα συνεχιστούν σε αυτή τη βάση, καθώς η αμερικανική διοίκηση συνεχίζει να εξετάζει εναλλακτικούς μηχανισμούς για την εφαρμογή νέων δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Η εξασφάλιση της εμπορικής σταθερότητας αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για την προστασία του παραγωγικού ιστού της χώρας.