Στουτγάρδη – Η τοπική αυτοδιοίκηση αναδιπλώνεται επισήμως από τον φιλόδοξο στόχο της πλήρους κλιματικής ουδετερότητας έως το 2035, θέτοντας πλέον σε απόλυτη προτεραιότητα τη δημοσιονομική εξυγίανση της πόλης. Η νέα στρατηγική που παρουσιάστηκε στο δημαρχείο προβλέπει μειωμένες επιδόσεις σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό, προκαλώντας έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις εν μέσω της ευρύτερης κρίσης που πλήττει τις μεγάλες βιομηχανίες της περιοχής.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Αναπροσαρμογή του στόχου μείωσης εκπομπών CO2 στο 85% αντί για πλήρη ουδετερότητα.
- Μόλις 3.100 αντλίες θερμότητας έχουν εγκατασταθεί έναντι του στόχου των 45.000.
- Προτεραιότητα στον προϋπολογισμό λόγω της κρίσης σε Mercedes, Porsche και Bosch.
Η εγκατάλειψη του αρχικού σχεδίου της McKinsey
Πριν από τέσσερα χρόνια, το δημοτικό συμβούλιο της Στουτγάρδης είχε δεσμευτεί για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2035, βασιζόμενο σε έναν οδικό χάρτη της εταιρείας συμβούλων McKinsey. Το αρχικό πλάνο περιελάμβανε 13 συγκεκριμένα πακέτα μέτρων, προσαρμοσμένα στις επιταγές της Συμφωνίας του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου.
Ωστόσο, η διοικητική δομή του δήμου αποδείχθηκε ανεπαρκής για την υλοποίηση ενός τόσο απαιτητικού εγχειρήματος. Μια νεότερη έκθεση από την εταιρεία Drees und Sommer ανέδειξε σημαντικές οργανωτικές αδυναμίες, οδηγώντας τελικά την αρμόδια επιτροπή στην παρουσίαση μιας αναθεωρημένης, λιγότερο φιλόδοξης κλιματικής στρατηγικής.
Σημαντικές καθυστερήσεις στην ενεργειακή μετάβαση
Τα επίσημα δεδομένα καταδεικνύουν μεγάλες αποκλίσεις από τα αρχικά χρονοδιαγράμματα, ειδικά στους τομείς της θέρμανσης και των μεταφορών. Ενώ ο σχεδιασμός προέβλεπε την εγκατάσταση 45.000 αντλιών θερμότητας μέχρι το 2035, μέχρι πέρυσι είχαν τοποθετηθεί μόλις 3.100, σημειώνοντας ελάχιστη αύξηση από τις 1.900 του 2019.
Αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται και στην τηλεθέρμανση, η οποία καλύπτει σήμερα λιγότερο από το 20% των αναγκών, καθιστώντας τον στόχο του 32% πρακτικά ανέφικτο. Παράλληλα, στους δρόμους της πόλης τα ηλεκτρικά οχήματα αποτελούν μόλις το 30% των νέων ταξινομήσεων, διαψεύδοντας τις προβλέψεις της McKinsey για πλήρη επικράτηση των κλιματικά ουδέτερων κινητήρων από φέτος.
Ο νέος στόχος του 85% και το δημοσιονομικό αδιέξοδο
Σύμφωνα με τα όσα παρουσίασε ο Martin Körner, διευθυντής του τμήματος βασικών αρχών για την προστασία του κλίματος, η νέα στρατηγική υπολογίζει ότι η πόλη θα εκπέμπει περίπου ένα εκατομμύριο τόνους ισοδύναμου CO2 το 2035. Αυτό μεταφράζεται σε μείωση της τάξης του 85% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, ένα ποσοστό που μεν υπερβαίνει τον εθνικό μέσο όρο, αλλά υπολείπεται του απόλυτου μηδενισμού.
Η βασικότερη αιτία για αυτή την υπαναχώρηση κρύβεται στα οικονομικά του δήμου. Η διοίκηση καθιστά σαφές ότι η δημοσιονομική εξυγίανση έχει πλέον απόλυτη προτεραιότητα, καθώς η κρίση που μαστίζει κολοσσούς όπως η Mercedes, η Porsche και η Bosch έχει ανοίξει τεράστιες τρύπες στα ταμεία της πόλης. Κάθε δαπάνη για την κλιματική στρατηγική θα πρέπει εφεξής να προσαρμόζεται στα στενά οικονομικά περιθώρια.
Σφοδρές αντιδράσεις στο δημοτικό συμβούλιο
Η παραδοχή της αδυναμίας προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στις παρατάξεις της αντιπολίτευσης. Ο Hannes Rockenbauch έκανε λόγο για «απόλυτη αποτυχία» και «παράδοση», ενώ εκπρόσωποι των Πρασίνων (Grüne) και του SPD/Volt άσκησαν σκληρή κριτική για τη στασιμότητα και την εγκατάλειψη του οδικού χάρτη.
Στον αντίποδα, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του CDU, Alexander Kotz, υπερασπίστηκε την ανάγκη ρεαλισμού, προτείνοντας μάλιστα τη μετάθεση του στόχου κλιματικής ουδετερότητας για το 2040 ή το 2045. Ο ίδιος επεσήμανε τις δυσκολίες των πολιτών, τονίζοντας ότι η απώλεια εισοδημάτων και θέσεων εργασίας στην τοπική βιομηχανία καθιστά αδύνατη την ιδιωτική συμμετοχή σε δαπανηρές ενεργειακές αναβαθμίσεις.