Γερμανία – Τέλος στη γραφειοκρατία για τη λήψη του επιδόματος τέκνων (Kindergeld) βάζει το γερμανικό κοινοβούλιο (Bundestag), εγκρίνοντας την αυτόματη καταβολή του στους δικαιούχους.
Η νέα διαδικασία, που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, καταργεί την ανάγκη υποβολής αιτήσεων, διευκολύνοντας σημαντικά τους γονείς στην είσπραξη της μηνιαίας οικονομικής ενίσχυσης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Από την 1η Ιανουαρίου 2027, το επίδομα θα καταβάλλεται αυτόματα με τη γέννηση του δεύτερου παιδιού.
- Το ποσό της μηνιαίας ενίσχυσης ανέρχεται στα 259 ευρώ για κάθε παιδί.
- Η αυτοματοποίηση της διαδικασίας αναμένεται να εξοικονομήσει στις οικογένειες περίπου τέσσερις ώρες διοικητικού φόρτου.
Πώς θα λειτουργεί το νέο σύστημα πληρωμών
Σήμερα, όλοι οι γονείς δικαιούνται οικονομική υποστήριξη για την ανατροφή των παιδιών τους, ωστόσο η διαδικασία απαιτεί την εγγραφή στην ψηφιακή πλατφόρμα της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit). Οι δικαιούχοι πρέπει να καταχωρίσουν τον φορολογικό τους αριθμό, τον αντίστοιχο αριθμό του παιδιού και τα τραπεζικά τους στοιχεία για να λάβουν το ποσό από το Οικογενειακό Ταμείο (Familienkasse).
Με το νέο καθεστώς, η ροή των πληροφοριών απλοποιείται ριζικά. Όταν οι γονείς δηλώνουν τη γέννηση στο ληξιαρχείο (Standesamt), η υπηρεσία θα ενημερώνει αυτόματα το Ομοσπονδιακό Κεντρικό Γραφείο Φόρων (Bundeszentralamt für Steuern). Εκείνο, με τη σειρά του, θα διαβιβάζει άμεσα τα απαραίτητα δεδομένα στο Οικογενειακό Ταμείο, προκειμένου να ξεκινήσει η πίστωση των χρημάτων χωρίς άλλη παρέμβαση.
Σταδιακή εφαρμογή και επέκταση του μέτρου
Σε πρώτη φάση, η αυτόματη διαδικασία θα αφορά αποκλειστικά τις οικογένειες που αποκτούν το δεύτερο παιδί τους. Η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει να επεκτείνει το μέτρο μελλοντικά και για τα πρωτότοκα παιδιά, αν και το ακριβές χρονοδιάγραμμα για αυτή τη φάση δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Για να τεθεί σε πλήρη ισχύ η νέα πολιτική, εκκρεμεί η τελική ψηφοφορία στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), το οποίο εκπροσωπεί τα 16 γερμανικά κρατίδια.
Η εξοικονόμηση χρόνου αποτελεί το βασικότερο πλεονέκτημα της αλλαγής. Σύμφωνα με κοινή μελέτη του Πανεπιστημίου του Βίρτσμπουργκ, της Frankfurt School of Finance and Management και του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου, η απλοποίηση αυτή θα προσφέρει σημαντική ανάσα στις οικογένειες, μειώνοντας δραστικά τον χρόνο που αφιερώνουν στη διαχείριση εγγράφων.
Περαιτέρω ψηφιακές διευκολύνσεις για τους πολίτες
Πέρα από τα επιδόματα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μείωσης του γραφειοκρατικού βάρους, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις. Ήδη, πολλά κρατίδια δοκιμάζουν πιλοτικά προγράμματα βασισμένα στο ψηφιακό μοντέλο της Δανίας. Σε αυτό το σύστημα, οι φορολογικές αρχές συγκεντρώνουν τα οικονομικά δεδομένα σε μια διαδικτυακή πύλη, αφήνοντας στους φορολογούμενους μόνο τον έλεγχο και τη διόρθωση τυχόν λαθών, πρακτική που εξοικονομεί περίπου 3,3 ώρες ετησίως.
Παράλληλα, το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος ορόσημο, καθώς το γερμανικό διαδικτυακό φορολογικό σύστημα ELSTER θα συμπληρώνει εν μέρει αυτόματα τα έντυπα των δηλώσεων. Ωστόσο, οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι οι προσυμπληρωμένες δηλώσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε μικρότερες επιστροφές φόρου για τους πολίτες, εφόσον δεν ελεγχθούν προσεκτικά πριν την τελική υποβολή τους.